Ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός – Ευχαριστιακός – εχτές, σήμερα και στους αιώνες ο Ίδιος

Ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός – Ευχαριστιακός – εχτές, σήμερα και στους αιώνες ο Ίδιος

Motto: «Η Ευχαριστία είναι η εκπλήρωση της οικονομίας της σωτηρίας, της οικονομίας αγάπης του Θεού προς τους ανθρώπους και της ένωσής Του μαζί μας. Αν ο Υιός του Θεού ήθελε να έρθει τόσο κοντά στους ανθρώπους ώστε να ενωθεί μαζί τους, ως μοναδικός τρόπος σωτηρίας και ενθέωσής τους, δεν αρκούσε να ενανθρωπίζεται μόνο ως έναν άνθρωπο με την διάθεση να μένει χωριστός από τους άλλους, αλλά να προχωρήσει πιο πέρα και να ενανθρωπίζεται δήθεν σε όλους τους ανθρώπους, αλλά χωρίς να τους εμποδίζει να μένουν ξεχωριστά πρόσωπα και ο Ίδιος χωρίς να παύσει να μένει ένα ξεχωριστό πρόσωπο για να ασκεί την τέλεια αγάπη. Εκείνος πρέπει να έρχεται μέσα μας, όμως όχι μόνο μια φορά, αλλά πάντα, επομένως αφ’ενός πρέπει να είναι μέσα μας, και αφ’ετέρου να μένει χωριστά από μας, και πάνω από μας, για να μπορεί να έρχεται πάντα σε έναν μεγαλύτερο βαθμό μέσα μας, προς την συνεχή πρόοδο της σχέσης αγάπης, προς την τροφοδότηση της αγάπης, που εκδηλώνεται και με την ένωση του σώματός μας με το σώμα και το πανκάθαρο αίμα Του. Ένας φίλος, παρόλο που σου έγινε εσωτερικός διότι σου πρόσφερε τον εαυτό του μια φορά, θα σου προσφέρει πάντα τον εαυτό του, αυξάνοντας το εσωτερικό του μέσα σου».[1]

Μια ουσιαστική πλευρά της ιδιότητας του ανθρώπου ως «εικόνα του Θεού» είναι η αιωνιότητα, την οποία ο Θεός δεν δημιουργεί πειραματικά, για να δοκιμάζει τις δυνάμεις και τις ικανότητές Του, αλλά για να φέρει τον άνθρωπο στην ύπαρξη, πράγμα για το οποίο αυτός θα χαρεί ειδικά. Σ’αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος γίνεται υποκείμενο γεμάτο δυνατότητα και ικανός να μπαίνει σε κοινωνία με τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Ο Θεός καλεί το ανθρώπινο πρόσωπο κοντά Του, αλλά ταυτόχρονα το περιμένει και το εξουσιοδοτεί για να εκπληρώσει αυτή την αποστολή, ως μια σταθερή απόδειξη της αγάπης που έχει προς αυτόν. Ακριβώς γι’αυτό μιλιέται στην ορθόδοξη θεολογία περί κένωσης, περί μιας κλίσης που έχει ο Θεός για τον άνθρωπο και για τον κόσμο: μια κένωση που παρουσιάζεται με τη δημιουργία από μηδέν ενός περιορισμένου κόσμου και με την συνεχή εκδήλωση της αγάπης Του προς αυτόν[2]. Μια κένωση του Υιού στην ενανθρώπιση, η κένωση του Αγίου Πνεύματος που «κατεβαίνει στο επίπεδό μας, για να μας ανυψώνει στο επίπεδο συμμετοχής με τον Χριστό»[3]. Όμως στην αγάπη του Θεού δεν απαντιέται με την ίδια ειλικρίνεια, επειδή η ζωή την οποία ο άνθρωπος έπρεπε να χαρεί του εμφανίζεται τώρα ως θλίψη. Με τον πρότερο θάνατο της ψυχής το σώμα αναγκάζεται να γνωρίζει την φθορά. Αρχίζει μια μάχη που έχει ως αποτέλεσμα το θρυμματισμό των στοιχείων του ανθρώπινου προσώπου. Αλλάζει τις αρχές και τον τρόπο συσχετισμού προς την αλήθεια. Το σώμα παρουσιάζεται ως φυλακή της ψυχής, ως τρόπος τιμωρίας της, ενώ η πνευματική πλευρά αποτελεί μόνο το επιθυμητικό μέρος, κάποιες φορές ανύπαρκτο, του ανθρώπου, ο οποίος περιορίζει την υπαρξιακή διάστασή του μόνο στην σωματική όψη[4].

Σ’αυτές τις συνθήκες, το ανθρώπινο πρόσωπο υποβάλλεται να ζήσει σε παράδοξο τρόπο το συσχετισμό ανάμεσα στην αθανασία που κληρονόμησε διαμέσου της δημιουργίας από τον Θεό και στον θάνατο που γεννήθηκε με την διάπραξη, σε πλήρη ελευθερία, της αμαρτίας. Ο όσιος Σιλουάν ο Αθωνίτης λέει ότι, αφού έχασε τον Παράδεισο, ο Αδάμ μετανόησε πολύ, και το πένθος του ήταν γεμάτο λύπη: «Η ψυχή μου επιθυμεί τον Κύριο και Τον ψάχνει με δάκρια, πως να μην Τον ψάχνω? Όταν ήμουν μαζί Του η ψυχή μου ήταν χαρούμενος και ήσυχος και ο εχθρός δεν μπορούσε να εισχωρεί μέσα μου. Αλλά τώρα το πονηρό πνεύμα με κατάκτησε και ανησυχεί και βασανίζει την ψυχή μου, και γι’αυτό η ψυχή μου επιθυμεί τον Κύριο μέχρι τον θάνατο, και τίποτα στη γη δεν μπορεί να με χαρεί, και η ψυχή μου δεν θέλει να χαϊδευτεί με τίποτα, αλλά θέλει να βλέπει πάλι τον Κύριο και να χορτάσει από Αυτόν. Δεν μπορώ να Τον ξεχάσω ούτε ένα λεπτό, η ψυχή μου επιδιώκει Αυτόν, και από την μεγάλη λύπη κλαίω και αναστενάζω. Ελεήσου Κύριε, εμένα, την κτήση Σου που έπεσε»[5]. Στην εκδήλωση αυτού του πόνου, ο άνθρωπος δεν περιορίστηκε μόνο στην πνευματική πλευρά της ύπαρξής του, αλλά χρησιμοποίησε και τα πράγματα της δημιουργίας, με τα οποία είχε επαφή και στην ύπαρξη της οποίας συμμετείχε και αυτός, τουλάχιστον όσον αφορά την διατήρηση και την φροντίδα της. Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για θυσία ζωών και πραγμάτων με την οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να βρίσκει έναν αντικαταστάτη του θανάτου του.[6]

Αναφερόμενοι σε μερικές γραμμές, στον ρόλο των θυσιών της Παλιάς Διαθήκης και εκείνων των μη χριστιανικών θρησκειών, θα επισημαίνουμε ότι η πρώτη θυσία που παρουσιάζεται στην Αγία Γραφή είναι εκείνη του Κάιν και Άβελ, που πρόσφεραν ως θυσία στον Θεό, ο ένας «από των καρπών της γης»  (Γένεση 4, 3), και ο άλλος «από των πρωτοτόκων των προβάτων αυτού και από των στεάτων αυτών» (Γένεση 4, 4), από τους καρπούς των πραγμάτων των χεριών τους, θυσία που αποτελεί τον κόπο της δουλειάς που έκαναν αυτοί. Από αυτά συνεπάγεται ότι ο Θεός επιτρέπει την θυσία, και ακόμα πιο πολύ, αποδέχεται την θυσία του Άβελ. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφερόμενος στην θυσία που πρόσφεραν ο Κάιν και ο Άβελ, τονίζει ότι ο Θεός αποδέχεται την θυσία όχι επειδή έχει ανάγκη από αυτή, αλλά έχοντας ως βάση την ευγνωμοσύνη που εκδηλώνει ο άνθρωπος προς Αυτόν[7]. Ενώ σε άλλο μέρος, λέει ότι ο Θεός επέτρεψε τις αιματηρές θυσίες ως έναν τρόπο θείας παιδαγωγίας, για να διατηρήσει στην συνείδηση του λαού που επέλεξε την ελπίδα για τον ερχομό του Μεσσία και για να μην αγκαλιάζουν τις ειδωλολατρικές θρησκείες των γειτονικών λαών[8].

Ο άνθρωπος πρέπει να δώσει διαμέσου της θυσίας στον κόσμο, που ήταν η αιτία της πτώσης του, μια άλλη χρήση. Αν με την χρησιμοποίησή του σε αμαρτωλό τρόπο, ο Αδάμ και η Εύα απομακρύνθηκαν από τον Θεό, τώρα με την επιστροφή αυτών υπό τη μορφή της θυσίας ο άνθρωπος προσπαθεί να διορθώσει το λάθος του: «Αυτός έπρεπε να τα θυσιάζει, να τα καταστρέφει, για να δείξει πως μπροστά στο θεϊκό μεγαλείο που ο ίδιος το έβλαψε καταλαβαίνει τώρα να εκδηλώσει την απελευθέρωση από τον κόσμο των αισθήσεων και την προσκόλληση στο θέλημα του Θεού»[9]. Alexis van der Mensbrugge, επίσκοπος του Meudon, παρουσιάζει τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης, διαιρώντας τους σε τέσσερις ομάδες: θυσίες λατρείας (holocaust), το δώρο τροφής, θυσίες ειρήνης, ως πράξη ευχαριστίας και θυσίες για ξεπλήρωση των αμαρτιών. Το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των θυσιών αποτελεί η παρουσία μπροστά στον θεό ενός θύματος που το έσφαξαν από πριν, επειδή η εβραίοι δεν θεωρούσαν ότι φέρνουν ως θυσία το πτώμα του θύματος, αλλά το αίμα του, «η ουσία της ζωής του»[10]. Η βασική πράξη της θυσίας δεν ήταν η καύση, αλλά το τρέξιμο του αίματος, διότι πιστευόταν πως «η ψυχή πάσης σάρκος αίμα αυτού έστι» (Λευιτικον 17, 11), και μαζί με το αίμα προσφέρεται ως δώρο στον Θεό την ζωή του συγκεκριμένου ζώου[11], και ακριβός γι’αυτό απαγορευόταν να καταναλώνουν αίμα (Λευιτικον 17, 12). Σ’αυτό το συμφραζόμενο, ο V. Jankelevith τονίζει ότι η θυσία δεν προσφέρεται προς το θάνατο, αλλά προς την ζωή[12].

Η Αγία Γραφή αναφέρει μια σειρά θυσιών, τόσο αιματηρές, όσο και αναίμακτες, αλλά ο άνθρωπος δεν επιδίωκε πάντα να μπαίνει δι’αυτών σε σχέση με των Θεό. Ο Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας και Φιλόσοφος μιλάει και για ένα άλλο είδος  «θυσίες, θυμιάματα και libaţiuni», τους οποίους κάποιοι άνθρωποι πρόσφεραν στον διάβολο, που τους εξαπάτησε να κάνει αυτό»[13].

Η ιστορία των θρησκειών μας παρουσιάζει καθαρά την εξέλιξη που είχε η θυσία στο πλαίσιο κάθε θρησκείας. Δεν θα αναλύουμε λεπτομερειακά αυτή την πραγματικότητα, αλλά θα πούμε μόνο ότι η θυσία γνώρισε σε κάποιους λαούς μια μεγάλη παρέκκλιση από το αληθινό περιεχόμενό της, φτάνοντας μέχρι την ανθρώπινη θυσία[14]. Γνωρίζεται ότι η θρησκεία των παλαιών μεξικάνων συγκέντρωσε την λατρεία της πάνω σ’αυτήν την θυσία. Το θύμα διαλεγόταν από τους δούλους, φυλακισμένους, γυναίκες και παιδιά, και η θυσία προσφερόταν σε τρομακτικές συνθήκες. Για να δείξουμε την αγριότητα της θρησκείας τους φτάνει να αναφέρουμε ότι μπροστά στην είσοδο της αυλής του τέμπλου υπήρχε μια τεράστια πυραμίδα από ανθρώπινα κρανία, ο αριθμός τους εκτιμάται ότι ήταν 136000[15]. Στους παλιούς peruvieni, εκτός από τις αναίμακτες θυσίες και τις θυσίες ζώων, υπήρχαν και οι ανθρώπινες θυσίες, που έγιναν σε κάποιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα, όταν ένας incaş ήταν πολύ άρρωστος, ένας από τους υιούς τους θυσιαζόταν στον ήλιο. Όταν ενθρονιζόταν ένας βασιλιάς, θυσιαζόταν ένα παιδί, όταν πέθανε ένας incaş, οι σύζυγές του καίγονταν, και ταυτόχρονα θυσιάζονταν και άλλα άτομα[16]. Η ανθρώπινη θυσία ασκούταν και από τους αιγυπτίους, η ιστορία μαρτυρώντας ότι ο Amenofis Β’ έφερε ως θυσία στον θεό Άμμωνα επτά σύριους αρχηγούς[17].

Υπάρχουν περισσότερα παραδείγματα που μπορούμε να παρουσιάζουμε αλλά, κάνοντας μια σύγκριση ανάμεσα σ’αυτές τις θυσίες και εκείνες της Παλαιάς Διαθήκης, μπορούμε να πούμε ότι αν οι θυσίες των παγανών λαών βασίζονται στη χαοτική απελπισία του ανθρώπου χωρίς ελπίδα, σ’αυτούς τους λαούς η ιδέα μιας υπέρτατης θυσίας βλεπόταν ασαφώς και κάποιοι δεν γνώρισαν καθόλου μια τέτοια αντίληψη. Το είδωλο απομονώνει το ανθρώπινο πρόσωπο από την προοπτική του νοήματος και της ζωής, υποχρεώνοντας τον προσκυνητή να αυτοκαταστραφεί[18]. Αλλά παρόλα αυτά, τόσο οι θυσίες του εκλεκτού λαού, όσο και εκείνες των παγανών λαών, δεν έχουν τη δύναμη να ορίζουν την πραγματική κοινωνία με τον Θεό. Το ανθρώπινο πρόσωπο μένει στην συνέχεια ακάθαρτο, πνευματικά και σωματικά άρρωστο, υπάκουο στον θάνατο, και η προπατορική αμαρτία συνεχίζει να υπάρχει μέσα του. Η ίδια η πράξη προσφοράς της θυσίας ανακαλύπτει τον εγωιστικό χαρακτήρα που δίνει η αμαρτία, επειδή ο άνθρωπος παραμένει στην συνέχεια υποκριτής, θέλοντας να φέρει την προσφορά του στον θεό, αλλά να μένει δεμένος με τα παθήματά του: «Ο Θεός θέλει να πάει σ’Αυτόν ως θυσία ο ίδιος ο πιστός. Αλλά ο πιστός δεν μπορεί να πάει στον Θεό παρά μόνο ως καθαρή θυσία. Τα αγαθά που προσφέρονταν ως θυσία, από μια πλευρά, ήταν πολύ λιγότερα από εκείνος που τα πρόσφερε. Από την άλλη πλευρά, εκείνος ο άνθρωπος, επειδή δεν ήταν καθαρός, ούτε τα αγαθά που τον αντιπροσώπευε δεν ήταν καθαρά. Αυτή η ακαθαρσία έκανε τον πιστό να μην θυσιάζεται ο ίδιος. Και ακόμα και αν θα ήθελε, δεν θα πήγαινε στον Θεό, διότι ήταν ακάθαρτος. Να πας στον Θεό σημαίνει να πεθάνεις εντελώς, όχι σωματικά, στον εγωιστικό τρόπο ζωής, σημαίνει να υψώνεσαι σε έναν τρόπο εντελώς διαφορετικός από εκείνον τον εγωιστικό, κοσμικό, σε έναν τρόπο ανώτερο από αυτόν, σε έναν τρόπο τέλειας καθαρότητας, αγάπης χωρίς εγωισμό. Αλλά αυτό το ξεπέρασμα του εγωισμού δεν μπορεί να το καταφέρει κανείς μόνο με τον εαυτό του. Και κανείς δεν μπορεί να μετατοπίζεται στην κατάσταση τέλειας θυσίας αν έχει μέσα του αυτόν τον κληρονομημένο εγωισμό, που ονομάζεται από τον χριστιανισμό προπατορική αμαρτία»[19].

Από το γεγονός ότι οι ιερείς της Παλαιάς Διαθήκης πρόσφεραν θυσίες από ζώα κάθε μέρα, ενώ ο αρχιερέας μόνο μια φορά τον χρόνο, στη γιορτή που ονομαζόταν η Ημέρα της Συμφιλίωσης, συνεπάγεται ότι όχι ο αριθμός των θυσιών είναι σπουδαίος, αλλά η ποιότητα αυτών. Μόνο μια θυσία μπορεί να πραγματοποιήσει την αληθινή συμφιλίωση με τον Θεό, και αυτή είναι η τέλεια θυσία του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησούς Χριστός[20], διότι «η θυσία του Χριστού είναι η πληρότητα της θυσίας όχι μόνο επειδή αυτή είναι ικανή να λιώσει όλο το φόντο της αμαρτίας από την ανθρώπινη φύση, αλλά και γιατί είναι ικανή να αποκτήσει την συγχώρεση από τον Θεό για όλους τους ανθρώπους, χωρίς Αυτός να ζητήσει από τον καθένα μια αντίστοιχη θλίψη για την αμαρτία που βρίσκεται μέσα του»[21]. Ή, όπως τονίζει ο Άγιος Απόστολος Παύλος:  «Ος ουκ έχει καθ’ημέραν ανάγκην, ωσπερ οι αρχιερεις, πρότερον υπέρ των ιδίων αμαρτιων θυσίας αναφέρειν, επειτα των του λαού. Τουτο γαρ εποίησεν εφαπαξ εαυτον ανενέγκας. Ο νόμος γαρ ανθρώπους καθίστησιν αρχιερείς έχοντας ασθένειαν, ο λόγος δε της ορκωμοσίας της μετά τον νόμον υιόν εις τον αιωνα τετελειωμένον» (Εβραίους 7, 27-28).

Επομένως, με την θυσία του Χριστού βάλλεται το τέλος σε όλες τις θυσίες. Αυτή έχει καθολική δύναμη και άνοιγμα προς όλους τους ανθρώπους. Αναφερόμενος σ’αυτό το πρόβλημα, ο Παπα Λέων ο Μέγας τονίζει ότι ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός «ήταν όχι στο τέμπλο και ανάμεσα στους τοίχους, αλλά έξω από την πόλη, για να βάλλεται τέλος σε όλες τις θυσίες, για να τακτοποιείται μια νέα θυσία σε ένα νέο βήμα και ο Σταυρός του Ιησού Χριστό να μην είναι το βήμα του τέμπλου, αλλά το βήμα του κόσμου»[22].

Μιλώντας στην συνέχεια για την μοναδική και πλήρη θυσία του Σωτήρα μας Ιησούς Χριστός θα πούμε ότι αν οι θυσίες που προηγήθηκαν τον ερχομό του Σωτήρα μας αποτελούν στην πράξη την τάση γεμάτη αγάπη που ο Δημιουργός εκδηλώνει προς στην κτήση Του, «Αυτή την φορά όχι ο άνθρωπος, αλλά ο Θεός προσφέρει το θύμα. Αντί ο άνθρωπος να συναντάει τον Θεό, προσφέροντάς Του κάτι που έχει την μεγαλύτερη αξία γι’αυτόν, ο Θεός έρχεται σ’αυτόν, θυσιάζοντας τον Υιό Του»[23]. Επειδή εκείνα που προφητεύτηκαν εκπληρώθηκαν, τα σύμβολα δεν έχουν πια σημασία. Η ανθρωπότητα μπαίνει σε μια άλλη περίοδο: εκείνη του νοήματος και της ζωής. Δεν υπάρχουν πια βάσανα, δεν υπάρχει πια συγκράτηση, ούτε χάος, ούτε δουλεία, διότι διαμέσου του Χριστού το ανθρώπινο πρόσωπο ανακαλύπτει την αληθινή διάσταση της θυσίας: «Η χριστιανική θυσία εκπληρώθηκε μόνο μια φορά, στη Γολγοθά, και θυσιάστηκε ο Ίδιος ο Υιός του Θεού, και αυτή η υπέρτατη θυσία έκανε άχρηστες όλες τις παγανιστικές θυσίες, που αντικαταστήθηκαν με την άπειρη επανάληψη, υπό αναίμακτη μορφή, της σταυρικής θυσίας, εν Αγία Ευχαριστία. Η ακύρωση της παγανιστικής θυσίας και ο ξεχωριστός χαρακτήρας της είναι φανερά… Οι θυσίες της ιουδαϊκής λατρείας, τις οποίες ο Θεός επέτρεψε ως έναν pogorământ, ως παραχώρηση που έκανε σ’αυτόν τον λαό, λειτουργούσαν μόνο ως προεικόνιση του εξιλαστήριου θύματος, εκείνο του Κυρίου μας Ιησούς Χριστός»[24]. Στο υποκεφάλαιο με τίτλο «Ευχαριστία ως θυσία και Μυστήριο», από την πραγματεία Ορθόδοξης Δογματικής Θεολογίας, ο πάτερ Dumitru Stăniloaie υποστηρίζει ότι «αν διαμέσου του Μυστηρίου ο Θεός μας κοινωνεί το έργο Του, ως χάρη και δώρο, ενώ διαμέσου της θυσίας εμείς προσφέρουμε στον Θεό τα δικά μας και την ίδια την ύπαρξή μας, στην Ευχαριστία συναντιούνται αυτές οι δυο κινήσεις: από εμάς προς τον Θεό και από τον Θεό προς εμάς, στον πιο σύνθετο και τονισμένο τρόπο. Η Ευχαριστία αποτελείται από πολλά συναισθήματα, πράξεις και σημασίες που ξεκινούν από εμάς προς τον Θεό και από τον Θεό προς εμάς, ακριβώς όπως ένα ανθρώπινο πρόσωπο που αποτελείται από την συνάντηση, σε ένα σύνθετο σχεδιάγραμμα, πολλών γραμμών που έρχονται από μέσα μας, από την φύση και από πάνω, για να του δώσει κατεύθυνση προς τον ουρανό, προς το εξωτερικό και προς το εσωτερικό. Οι όψεις Θυσίας και Μυστηρίου της Ευχαριστίας είναι αξεχώριστες. Ως Θυσία αυτή είναι ένα Μυστήριο, γιατί όταν προσφερόμαστε στον Θεό υψωνόμαστε και κοινωνούμε από τον αγιασμό και την ευχή Του. Και το ίδιο το Μυστήριο είναι μια Θυσία, γιατί το σώμα του Κυρίου που μας δίνεται είναι σε μορφή σώματος που θυσιάστηκε και ανάστησε και μας εκτυπώνει την κατάσταση θυσίας, με την οποία ανυψωνόμαστε και προχωράμε προς την ανάσταση»[25].

Ο Άγιος Μάξιμος ο Εξομολογητής λέει ότι ο Υιός του Θεού, για να μας δώσει εμάς τη νίκη πάνω σε όλα τα έργα των διαβόλων και για να μας βγάλει από την κυριαρχία του θανάτου, έγινε «πλήρης άνθρωπος», παίρνοντας μια φύση χωρίς αμαρτία αλλά, ταυτόχρονα, πήρε και τα πάθη που διαδίδονται φυσικά σε κάθε πρόσωπο, για να δώσει και σ’αυτά την ικανότητα να αλλάξουν το έργο γέννησης της αμαρτίας σε εκείνο γέννησης και καλλιέργειας των αρετών. «Σ’αυτόν τον τρόπο εκείνα, αδειάζοντας πλήρως μέσα Του το φθαρτό δηλητήριο της κακίας τους, το έκαψε σαν μέσα στην φωτιά, καταστρέφοντάς το εντελώς, από την φύση του. Έτσι έγδυνε, στον καιρό του θανάτου στον σταυρό, τους αρχηγούς και τους κυρίαρχους, επειδή έμεινε άφοβος στους πόνου, ή καλύτερα, έδειχνε τρόμο εναντίον του θανάτου. Διότι ο άνθρωπος, εξαιτίας της δειλίας, ήταν πάντα βασανιζόμενος χωρίς να το θέλει από τον φόβο του θανάτου και επέμεινε στην δουλεία της ηδονής, μόνο και μόνο για να ζήσει»[26]                                  

Η ένωση με τον Χριστό στην Ευχαριστία είναι «μια πλήρης ένωση ακριβώς γιατί δεν ενεργεί μέσα μας μόνο με την ενέργεια που έφερε μέσα μας το Άγιο Πνεύμα, αλλά με το Σώμα και το Αίμα Του, εκτυπωμένες στο σώμα και το αίμα μας. Και όπου είναι το σώμα και το αίμα Του είναι παρόν και ενεργεί πλήρως το ίδιο το υποκείμενό τους. Επομένως το ίδιο το υποκείμενο του Χριστού, ως υποκείμενο του σώματος και του αίματός Του, γίνεται με την Ευχαριστία άμεσο υποκείμενο του σώματος και του αίματός μας, με τα οποία είναι ενωμένα σε οικείο τρόπο το σώμα και το αίμα Του…»[27]. Ενώ η πλήρης ένωση στην οποία μας ελκύει ο Χριστός όταν επεκτείνεται με το σώμα Του μέσα μας σημαίνει και μια ένωσή μας με τους άλλους ανθρώπους, στους οποίους επεκτείνεται ο Χριστός διαμέσου του ίδιου σώματός Του. Γι’αυτό η Ευχαριστία είναι εκείνη που αποτελεί την Εκκλησία ως σώμα επεκτασόμενο του Χριστού, τελειοποιώντας το έργο ενσωμάτωσης των ανθρώπων στον Χριστό ως μέλη της Εκκλησίας. Η Ευχαριστία είναι εκείνη που τελειώνει και τελειοποιεί την ανανέωση και τον αγιασμό καθενός από μας. Γι’αυτό η ορθόδοξη λατρεία είναι μια λειτουργική διεξαγωγή της ζωής του Χριστού, συγκεντρωμένη στον Μυστικό Δείπνο, στην αναίμακτη θυσία Του που διαιωνίζεται στην Εκκλησία με την παρουσία Του την οποία υποσχέθηκε μέχρι το τέλος των αιώνων, δηλαδή μέχρι την πόρτα της Βασιλείας. Η Εκκλησία και η Λειτουργία αποτελούν την αιωνιότητα μέσα στο χρόνο και τον χρόνο μέσα στην αιωνιότητα, διότι ο Χριστός ενώνει μέσα Του και τις δυο. Εκείνο που είναι φυσικό γίνεται υπερφυσικό και εκείνο που είναι υπερφυσικό μετατρέπει εκείνο που είναι φυσικό. Τα φυσικά στοιχεία της ζωής, ο άρτος και ο οίνος, ενυποστασιάζονται στο πρόσωπο του Χριστού. Στην Λειτουργία εμείς ζούμε τη ζωή του Χριστού που έφτασε στην ενθεώμενη αποκορύφωσή της, στον Μυστικό Δείπνο, όταν προσευχόμαστε να είμαστε μέτοχοι του δείπνου: «Στον Μυστικό Δείπνο Σου, Υιέ του Θεού, σήμερα ως συμμέτοχος αποδέξου με…»[28]. «Και αξίωσέ μας να βρούμε χάρη μπροστά Σου, για να αποδεχτεί η θυσία μας και να κατοικεί το Πνεύμα Σου επάνω μας, επάνω από αυτά τα δώρα που είναι μπροστά Σου και επάνω από τον λαό Σου»[29]. Αφού ο ιερέας αναπαράγει τα λόγια ίδρυσης του μυστηρίου της κοινωνίας που εκφώνησε ο Χριστός στον Δείπνο: «Λάβετε φάγετε…, πίετε εξ’αυτου πάντες» και δείχνει την αναμνηστική αξία τους, όπως διέταξε ο Χριστός στους Αποστόλους: «Αυτό να κάνετε για την ανάμνησή Μου», φτάνει στην πιο εντασσόμενη και υπέροχη στιγμή της λειτουργίας την οποία ο Θεός αποδέχτηκε από τα μυστηριακά χέρια, στον καιρό της επίκλησης μεταβολής των δώρων. Ενώ οι πιστοί δοξάζουν και ευχαριστούν στον Θεό, ψάλλοντας: «Εσένα Σε δοξάζουμε…», ο ιερέας εκφωνεί την ξεχωριστή ευχή για την ξαναπροσκόμιση της Πεντηκοστής στην Εκκλησία, επειδή η Πεντηκοστής αποτελεί την ουσία και την ζωή της Εκκλησίας: «Κύριε, Εσύ που έστειλες το Πανάγιο Πνεύμα Σου στους Αποστόλους Σου, Εκείνο μην Το παίρνεις από μας…». Διαμέσου μιας τριπλής επίκλησης επιβεβαιώνεται την ενότητα της τριαδικής ενέργειας, στο γεγονός της Πεντηκοστής. Μετά ακολουθεί η επίκληση: «Ετι προσφερομεν σοι την λογικην ταυτην και αναιμακτον λατρειαν, και παρακολουμεν σε και δεομεθα και ικετευομεν: καταπεμψου το Πνευμα σου το Αγιον εφ’ημας και επι τα προκειμενα δωρα ταυτα. Και ποιησον τον μεν αρτον τουτον τιμιον σωμα του Χριστου σου. Αμην. Το δε εν τω ποτηριω τουτο ριμιον αιμα του Χριστου σου. Αμην. Μεταβαλον τω Πνευματι σου τω Αγιο. Αμην, αμην, αμην»[30]. Το τριπλό Αμήν μας δείχνει το αόρατο φαινόμενο της συμμετοχής της Αγίας Τριάδας σ’αυτή την κορυφαία στιγμή της μεταβολής, διότι η θεϊκή δύναμη είναι κοινή σε όλες τις υποστάσεις, αλλά το έργο της μεταβολής αποδίδεται στο Άγιο Πνεύμα, σαν να είναι μια αιώνια Πεντηκοστής. Αυτό το έργο του Πνεύματος είναι μια κορυφή που την αγγίζει η αγιασμένη ενέργειά Του, διαμέσου του σώματος και του αίματος του Χριστού, ανυψώνοντας στην προπατορική καθαρότητα και την θεϊκή μορφή του πιστού. Η κοινωνία γίνεται μετά από την ομολογία πίστεως που λέει ότι ο Χριστός είναι Θεός και είναι πραγματικά παρόν: «Πιστεύω ότι Αυτό είναι το Πανκάθαρο Σώμα Σου και Αυτό είναι το πολύτιμο Αίμα Σου», και το υπέρτατο σκοπό της είναι η συγχώρεση των αμαρτιών και η αιώνια ζωή, η σωτηρία της ψυχής και του σώματος[31]. Τα στοιχεία δεν περιέχουν την θεότητα, αλλά μεταβάλλονται στο ενθεομένο σώμα και αίμα. Αυτό το φαινόμενο μεταβολής εξηγείται καθαρά από τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό: «Το Άγιο Πνεύμα ξεχειλίζει και εκπληρώνει εκείνο που είναι πιο πάνω από κάθε λόγο και κάθε σκέψη». Μετά την κοινωνία, όλη η Εκκλησία των πιστών ψάλλει: «Είδα το φως το αληθινό και έλαβα το ουράνιο Πνεύμα…», πράγμα που φέρνει «το γέμισμα ψυχών από χαρά και αγαλλίαση… Η Ευχαριστία, ευχή και ευχαρίστηση, μας ανοίγει την φωτεινή προοπτική της νίκης του θανάτου, κάνοντας από τον θάνατο πέρασμα προς μια νέα ζωή. Γι’αυτό η κοινωνία είναι ίσια με την απόκτηση της αθανασίας»[32].

Σύμφωνα με τα λόγια του πάτερ Stăniloaie, «στην Ευχαριστία ο άνθρωπος που αναγεννήθηκε εν Χριστό και ενδυνάμωσε εν Άγιο Πνεύμα δεν ενώνεται πια με τον Χριστό που γεννιέται και πεθαίνει για τις αμαρτίες μας, αλλά με τον Χριστό που πεθαίνει στο τέλος της δραστηριότητάς Του, για να ανασταίνει στην αιώνια ζωή. Η Ευχαριστία φυτρώνει έτσι μέσα μας τη δύναμη να παραδώσουμε εντελώς την ύπαρξή μας στον Θεό, για να την παίρνουμε γεμάτη από την αιώνια ζωή Του, όπως ο Χριστός, με την ανάσταση. Η Ευχαριστία δεν είναι τόσο για την ανανεωμένη ζωή της γης, κατά την ομοίωση της επίγειας ζωής του Χριστού, αλλά ειδικά για την αιώνια ζωή… Ουσιαστικά η Ευχαριστία δίνεται για την αιώνια ζωή, επομένως για την ανύψωση επάνω από την γήινη ζωή… Η Ευχαριστία είναι η δύναμη ενός μαγνητικού παράγοντα που ενεργεί στην επίγεια ζωή μας, ελκύοντάς την προς αυτήν. Είναι ο Εωσφόρος που καθοδηγεί το καράβι της ζωής μας στα κύματα της επίγειας ύπαρξης. Είναι το ζυμάρι που μεταμορφώνει σταδιακά την επίγεια ζωή μας στην αιώνια ζωή. Η νέα ζωή από το Βάπτισμα, που ακολουθεί μετά τον θάνατο του παλιού ανθρώπου, δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την προοπτική και αρραβώνα της αιώνιας ζωής υποστηριζόμενη από την Ευχαριστία. Γι’αυτό η Ευχαριστία δίνεται αμέσως μετά από το Βάπτισμα και Χρίσμα. Η νέα ζωή από τη γη δεν θα είχε κανένα νόημα και καμία δύναμη δίχως την προοπτική και τον αρραβώνα της ανάστασης»[33].

Πρέπει να συμπεραίνεται και να επισημαίνεται το γεγονός ότι ο Χριστός είναι η ζωντανή Θυσία, γεμάτη αγάπη διότι, διαφορετικά από τις θυσίες που προσφέρθηκαν στη διάρκεια του χρόνου στο πλαίσιο κάθε θρησκείας, όπως ξαναείπαμε, η Θυσία του Χριστού διαφέρει επειδή είναι γεμάτη ζωή. Αυτός προσφέρει τον εαυτό Του ως ζωντανή Θυσία, και συνειδητοποιεί την εκλογή που κάνει. Αν στο πλαίσιο των συγκεκριμένων θρησκειών η πράξη της θυσίας γινόταν εναντίον των ενστίκτων των ζώων ή του θελήματος των ατόμων που έπρεπε να θυσιαστούν, ο Χριστός προσφέρεται ως θυσία ελεύθερα, από δική Του θέληση. Τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης δεν επιδρά αντίθετα προς το θέλημα του Προσώπου του Υιού του Θεού που την ενυποστασίασε, αλλά και οι δυο φύσεις (ανθρώπινη και θεϊκή) είναι ενωμένα στο θεϊκό-ανθρώπινο έργο που γίνεται για την σωτηρία του κόσμου και τη δόξα του Θεού[34]. Με αυτό ο Σωτήρας Χριστός δίνει στην θυσία μια νέα διάσταση, εκείνη της προσφοράς προς την ζωή. Μας δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν συναντιέται με τον Θεό μόνο διαμέσου του θανάτου, αλλά και διαμέσου της ζωής, και γι’αυτό όλη η ύπαρξη πρέπει να κατευθύνεται για να εκπληρωθεί αυτό το πράγμα.[35]

Η Αγία Γραφή περιγράφει πόσο πολύ υπέφερε και έπαθε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός για τη σωτηρία μας: Γεννήθηκε σε μια φαντή (Λούκα 2, 7), ο Ιρώδην θέλησε να τον σκοτώσει όταν ήταν μικρό παιδί (Ματθαίος 2, 13), δεν απέφυγε την σωματική δουλειά (Μάρκος 6, 3), ήταν πολύ φτωχός (Ματθαίος 8, 20), υπέφερε πείνα, δίψα και κούραση (Ματθαίος 21, 18), εξευτελίστηκε από τους συμπατριώτες του (Μαθαίος 9, 34) κ.λ., αλλά όλα αυτά τα νίκησε, ανακαλύπτοντάς μας την αλήθεια στην οποία πρέπει να ζούμε: «Μπήκε σε πειρασμό (Ματθαίος 4, 1-11) και νίκησε για να μας δώσει εμάς νίκη και να δώσει στην φύση δύναμη ώστε να νικήσει τον εχθρό, και ώστε η φύση που κάποτε νικήθηκε να νικήσει τον κάποτε νικητή δια των ίδιων πειρασμών… στον Κύριο τα φυσικά συναισθήματα δεν ήταν πριν από την θέληση. Σ’Αυτόν δεν μπορεί να βλέπει κανείς τίποτα αναγκασμένο, αλλά όλα γίνονται με την θέλησή Του. Αν ήθελε υπέφερε πείνα, αν ήθελε υπέφερε δίψα, αν ήθελε φοβήθηκε, αν ήθελε πέθανε»[36]. Ο Άγιος Ιωάννης Κασιανός, συγκρίνοντας τον πειρασμό με τον οποίο ο διάβολος δοκίμασε τον Αδάμ και τον πειρασμό με τον οποίο δοκίμασε τον Χριστό, λέει ότι διαμέσου του Χριστού εμείς αποκτήσαμε τη δύναμη να αρνούμαστε την αμαρτία, μπορώντας να ζούμε στην πληρότητα της διακονίας του Θεού: «Διατηρώντας χωρίς φθορά την εικόνα και την ομοίωση με τον Θεό, ο Χριστός έπρεπε να υποφέρει τους ίδιους πειρασμούς όπως και ο Αδάμ, στον καιρό που διατηρούσε ακόμα καθαρή την εικόνα του Θεού, δηλαδή την λαιμαργία, την φιλοδοξία, την περηφάνια, αλλά δεν έπεσε σ’αυτά όπου έπεσε ο Αδάμ αφού έφθειρε την εικόνα και την ομοίωση με τον Θεό, της οποίας εντολής πάτησε. Περνώντας από αυτές τις δοκιμασίες, ο Χριστός μας διδάσκει με το δικό Του παράδειγμα πως πρέπει να νικήσουμε και εμείς αυτόν που μας βάζει σε πειρασμό. Και γι’αυτό λέγεται για εκείνος ο Αδάμ και Αυτός ο Αδάμ, εκείνος ήταν ο πρώτος που έπεσε και πέθανε, ενώ Αυτός ήταν ο πρώτος που ανάστησε και έζησε»[37]. Η απάντηση που έδωσε ο Χριστός στους τρεις πειρασμούς στους οποίους τον έβαλε ο διάβολος παρουσιάζεται ως μια περίληψη της μάχης που ο Υιός του Θεού έδωσε για να νικήσει την ηδονή που εγκαταστάθηκε στην ανθρώπινη φύση εξαιτίας της αμαρτίας[38]. «Όμως ο Χριστός νίκησε και σου άνοιξε την οδό για νίκη. Αυτός νίκησε νηστεύοντας για να ξέρεις και εσύ «να νικήσεις αυτό το είδος δαιμόνων με νηστεία και προσευχή» (Μάρκος 9, 29). Όταν του προσφέρθηκε όλες τις βασιλείες του κόσμου με το μεγαλείο τους, δεν τις δέχτηκε για να νικήσεις και εσύ το δελεαστικό μεγαλείο αυτού του κόσμου, περιφρονώντας τον»[39].

Παρόλα αυτά, ο Ιησούς Χριστός δεν πρέπει να προσεγγίζεται ως απλός άνθρωπος. Ο Χριστός ενεργοποίησε, διαμέσου της ανθρώπινης φύσης, την θεϊκή δύναμη. Αυτός διέπραξε και το θαύμα πολλαπλασιασμού των άρτων, όταν θεώρησε ότι αυτό είναι καλό, αλλά υπέφερε και πείνα όταν θεωρούσε ότι αυτό είναι αναγκαίο για την απελευθέρωση του ανθρώπινου από αυτή την αδυναμία και για να αλληλεγγύεται από συμπάθεια με τους ανθρώπους και να αποκτήσει την συγχώρεσή τους από τον Πατέρα, για τις αμαρτίες τους, και να δώσει και σ’αυτούς την ασφάλεια της συγχώρεσης, εισχωρώντας στην καρδιά τους»[40].

Στη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, ο Υιός του Θεού καθαρίζει την ανθρωπότητα από όλα τα εγωιστικά πάθη, από όλη την σκιά της αμαρτίας, ενισχύοντάς την στην διάπραξη του καλού. Διαμέσου του Κυρίου μας Ιησούς Χριστός ελευθερώνονται όλες τις πλευρές, όλα τα στοιχεία της φύσης: το σώμα, η ψυχή, η ευαισθησία, το μυαλό, η θέληση κ.λ., διότι όλα αυτά τα είχε και ο Ίδιος, και δια όλων αυτών έδειξε την αγάπη προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους. Ο Ιησούς Χριστός καθαρίζει τα στάδια της ανθρώπινης ζωής και ο άνθρωπος μπορεί να διακονεί τον Θεό σε οποιαδήποτε περίοδο της ηλικίας του. Η ανθρωπότητα δεν είναι πια υποδουλωμένη και πιεσμένη από την αμαρτία, οι πράξεις δεν παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες εκδηλώσεις αυτής, διότι διαμέσου του Υιού του Θεού αυτή ελευθερώνεται και αποκατασταίνεται στο αυθεντικό τρόπο ζωής: «Επειδή δωρίζοντας στην φύση με τα πάθη την απάθεια, με τους κόπους την ξεκούραση και με τον θάνατο την αιώνια ζωή, την αποκατάστησε πάλι, ανανεώνοντας με τις σωματικές Του στερήσεις τις συνήθειες της φύσης και προσφέροντας σ’αυτή με την ενσωμάτωσή Του την χάρη που είναι πάνω από την φύση, δηλαδή η ενθέωση. Έγινε λοιπόν ο Θεός αληθινός άνθρωπος και έδωσε στην φύση μια άλλη καταγωγή για μια δεύτερη γέννηση, καταγωγή που την οδηγεί με κόπο και πόνο προς την ευτυχία της μελλοντικής ζωής»[41]. Αναφερόμενοι στον Κύριό μας Ιησούς Χριστός ως νικητής του θανάτου διακρίνουμε το γεγονός ότι αφού νικάει όλους τους πειρασμούς του διαβόλου που προσπαθούσε να Τον ελκύει στις παγίδες της ηδονής, ο Σωτήρας Χριστός πηγαίνει παραπέρα στην εκδήλωση της αγάπης προς τον Θεό και τους ανθρώπους, και δεν φοβάται ούτε τον θάνατο, για να μπορεί να λέει χωρίς δισταγμό, όταν φτάσει στην άκρη του δρόμου της επίγειας ύπαρξης: «Πάτερ, εις χειρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου» (Λούκα 23, 46). Με αυτό ανακαλύφτηκε η σημασία και το νόημα όλης της θυσία που ο Χριστός εκπλήρωσε από το Βηθλεέμ στη Γολγοθά, δηλαδή να εισάγει τον καθένα μας σ’αυτή την οδό και να φτάσουμε σίγουρα μπροστά στον Θεό: «Υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν, ινα και αυτοί ώσιν ηγιασμένη εν αλήθεια» (Ιωάννη 17, 19).

Εδώ πρέπει να επισημαίνουμε ότι αυτό είναι και το νόημα της συνεχής ευχαριστιακής θυσίας στην οποία ο Χριστός – ο Μεγάλος Αρχιερέας, φέρνει και «προσφέρεται ως θυσία στον Πατέρα ως άνθρωπος, αλλά όχι σε νομικό τρόπο, αλλά Αυτός μας ανοίγει διαμέσου αυτής την οδό προς τον Πατέρα. Επομένως γι’αυτό βάλλεται στην διάθεσή μας στην Ευχαριστία: μαζί με τον Ίδιο να προσφέρει και εμάς στον Πατέρα. Διότι, επειδή στον Πατέρα δεν μπορούμε να μπούμε παρά στην κατάσταση καθαρής θυσίας, αυτή την κατάσταση καθαρής θυσίας δεν μπορούμε να αποκτήσουμε παρά μόνο σε κατάσταση καθαρής θυσίας του Χριστού, που προσφέρεται συνέχεια στον Πατέρα, για να μας δώσει τη δύναμη να προσφερόμαστε και εμείς μαζί Του. «Άρα στον Χριστό κερδίζουμε την δυνατότητα να ερχόμαστε μπροστά στον Θεό, γιατί τώρα αξιωνόμαστε να μας κοιτάξει, ως κάποιοι που είναι αγιασμένοι», ή «επειδή πάντα και σίγουρα εμάς θα μας δέχεται προνομιακά ο Πατέρας, αν ο Χριστός μας εισάγει ως Ιερέας σ’Αυτόν» (τονίζει ο Άγιος Κύριλλος της Αλεξάνδρειας στις Κατηχήσεις του). Αν ο Χριστός μας προσφέρει ως θυσίες όχι σαν κάποια αντικείμενα, αλλά σαν πρόσωπα, λοιπόν σαν θυσίες που προσφέρουμε και εμείς τους εαυτούς μας. Αυτό πρέπει να κάνουμε εμείς διαμέσου μιας ζωής την οποία να ζούμε για τον Θεό και στερημένοι από τα παθήματα που μας δένουν με τον κόσμο ή μας κλείνουν μέσα μας: «Πεθαίνοντας στον κόσμο με την εξουθένωση του σώματος, εμείς ζούμε για τον Θεό διαμέσου της ευαγγελικής ζωής και, υψώνοντας με την θυσία του Πνεύματος, εμείς θα αναδίδομε οσμή καλής ευωδιάς, και θα μπούμε στον Πατέρα διαμέσου του Υιού» (λέει ο ίδιος Άγιος στο ίδιο έργο). Αλλά τη δύναμη γι’αυτήν την ζωή θυσίας την παίρνουμε από την κατάσταση θυσίας στην οποία μετατοπιζόμαστε με τον Χριστό στην Ευχαριστία. Έτσι, με το γεγονός ότι ο Χριστός παίρνει και εμάς για να μας προσφέρει, όταν θυσιαζόμαστε μαζί Του, θυσία προς τον Πατέρα, πραγματοποιείται μια στενή ένωση μεταξύ της θυσίας Του και της θυσίας μας, επειδή η θυσία μας είναι μέρος της θυσίας Του, και η θυσία Του είναι μέρος της θυσίας μας, ή εμείς είμαστε μέσα Του, μέσα σ’Εκείνον που προσφέρει τον εαυτό Του, και Αυτός είναι μέσα μας, μέσα σ’εμάς που προσφερόμαστε: «Αφού σηκώθηκε από τους νεκρούς ο Εμμανουήλ, ο νέος καρπός της ανθρωπότητας εν αφθαρσία, ανέβηκε στον ουρανό, για να εμφανιστεί τώρα για μας μπροστά στον Θεό και Πατέρα (Εβραίους 9, 24), όχι προσφέροντας τον εαυτό Του μπροστά στον Πατέρα (διότι είναι πάντα μαζί Του και δεν στερείται από τον Πατέρα ως Θεός), αλλά προσφέροντας μαζί Του μπροστά στον Πατέρα εμάς, που ήμασταν μακριά Του εξαιτίας την ανυπακοής του Αδάμ» ή: «Ο καπνός που ανεβαίνει από το Αρνί το πρωί και προς το βράδυ είναι ένας τύπος Εκείνου που μαζί μας και από την μέση μας υψώνεται προς τον Πατέρα ως οσμή καλής ευωδιάς, φέρνοντας μαζί Του και τη ζωή εκείνων που πίστεψαν σ’Αυτόν». Αυτό οφείλεται ειδικά στο γεγονός ότι ο Χριστός έγινε με την ενανθρώπησή Του την βασική υπόστασή μας. Η θυσία Του δεν είναι θυσία για τον Ίδιο, αλλά για μας. Αλλά γι’αυτό πρέπει να αφομοιώσουμε την θυσία Του για μας, για να αφομοιώσει και Αυτός την θυσία μας τώρα, προσφέροντάς την ως θυσία Του. Η ευωδιά της θυσίας Του γίνεται έτσι η ευωδιά της θυσίας μας, και η ευωδιά της θυσίας μας γίνεται η ευωδιά της θυσίας Του. «Διότι στον Χριστό είναι η προσφορά μας και διαμέσου Αυτού πλησιάζουμε εμείς, οι ακάθαρτοι. Αλλά διορθωνόμαστε με την πίστη και προσφερόμαστε στον Πατέρα ως οσμή καλής ευωδιάς, και δεν ζούμε πια για μας, αλλά έχουμε τον Χριστό μέσα μας, η καλή πνευματική ευωδιά»… Δεν υπάρχει κανέναν προσωπικό διαχωρισμό ανάμεσα στην θυσία του Χριστού και την θυσία μας. Είναι μια πλήρης συνάντηση μεταξύ Χριστού και εμάς, μια οικεία κοινωνία στην διάθεση θυσίας και στην κατάσταση θυσίας Του και την δική μας. Λοιπόν από μια πλευρά προσφερόμαστε στον Θεό, αλλά από την άλλη ο Χριστός μας παίρνει και μας πλαισιώνει στην θυσία Του, ή επικαιροποιεί την θυσία Του για μας, ως θυσία μας που την προσφέρει Αυτός, ή κάνει την θυσία μας δική Του. «Ο καθένας προσφέρει την ζωή του ως δώρο στον παντοδύναμο Θεό». Αλλά αυτή πλαισιώνεται από τον Χριστό στην θυσία Του, προσφέροντάς την ως μια καρποφορία της θυσίας Του για μας, ως μια επικαιροποίησή της»[42]. Αυτή η συνεχή ευχαριστιακή θυσία είναι μια στεφάνωση και μια επέκταση πάνω από τον χρόνο και χώρο, της θυσίας από τη Γολγοθά και υπάρχει μια πραγματική και πνευματική σχέση μεταξύ τους, η τράπεζα του ιερού βήματος γινόμενη την πνευματική Γολγοθά αυτής της Αγίας Θυσίας που συμβαίνει σε κάθε θεία Λειτουργία, στο πλαίσιο της οποία ο Χριστός πεθαίνει τόσες φορές για την επανάληψη και την ξανατοποθέτησή μας στην κοινωνία με τον Θεό Πατέρα, διαμέσου του Υιού εν Άγιο Πνεύμα. Αυτό είναι λοιπόν, ο λόγος και ο σκοπός πραγματοποίησης αυτών των θυσιών εν, από και με τον Σωτήρα μας, Ιησούς Χριστός.

Υπάρχοντας λοιπόν, μια στενή σχέση ανάμεσα στον θάνατο, θυσία, και ευχαριστιακή θυσία, πρέπει να επισημαίνουμε εδώ, σ’αυτό το συμφραζόμενο, και την αρχιερατική διακονία του Ιησού Χριστού και, αναφερόμενοι στις κατευθύνσεις αυτών, η ορθόδοξη θεολογία καθόρισε ότι ο αριθμός τους είναι τρεις:

  1. Προς τον Θεό Πατέρα, εκπληρώνοντας όλο το δίκαιο προς Αυτόν. Εμείς δεν μπορούμε να μπούμε σε επαφή με τον Θεό όσον καιρό το κύρος Του προς εμάς είναι φθαρμένο. Αν παρόλα αυτά θα μπαίναμε σε μια τέτοια σχέση, χωρίς να διορθώσουμε την προηγούμενη αμαρτία, θα συνεχίζουμε να εναντιωνόμαστε στο μεγαλείο και στην δόξα Του[43]. Γι’αυτό και εμείς πρέπει να ζούμε κάποια θλίψη η οποία να μας ξυπνήσει στην αληθινή γνώση όσον αφορά την εξάρτηση προς τον Θεού και στον ξαναπροσανατολισμό της συμπεριφοράς μας σύμφωνα με αυτή την σχέση[44].
  2. Προς τους ανθρώπους, κατεύθυνση ενωμένη με εκείνη προς τον Θεό, διότι στον καιρό που η θυσία προετοιμάζεται να προσφέρετε στον Δημιουργό, όλη η ανθρωπότητα γνωρίζει μια εσωτερική μεταμόρφωση, μια οντολογική αλλαγή στο καλό: «Εκδηλώνοντας με την θυσία την θέληση να προσφέρεται ολόκληρη στον Θεό, η ανθρώπινη φύση συνέρχεται δι’αυτής από την αρρωστημένη κατάστασή της. Υπάρχουν δυο αξεχώριστες όψης της θυσίας. Ένας γονείς χαίρεται τον υιό που γυρίζει στον σεβασμό προς αυτόν, όχι γιατί βλέπει μ’αυτό την τιμή του που αποκαθιστάται, αλλά γιατί μέσα σ’αυτόν τον σεβασμό που του το δείχνει πάλι το παιδί, βλέπει αποκαταστημένα τα ηθικά κίνητρα και ακόμα και τα οντολογικά, στην φύση του παιδιού»[45].
  3. Προς τον Εαυτό Του, επειδή την ζει ελεύθερα και συνειδητά, η ανθρωπότητά Του ανεβαίνοντας στο μέγιστο σκαλοπάτι τελειότητας, αλλά γινομένη και περιβάλλον αγιότητας των άλλως ανθρώπων: «Αλλά αν εμείς σωζόμαστε επειδή αφομοιώνουμε την κατάσταση θυσίας και νέας ζωής στην οποία έφτασε διαμέσου αυτής το σώμα του Χριστού, αυτό το σώμα που θυσιάστηκε και ανάστησε αποκτά μια κεντρική σημασία, συνεχή, στην σωτηρία μας, γιατί είναι κάθαρση από αμαρτίες και έξοδος από αμαρτία ή από την εχθρότητα προς τον Θεό και συμμετοχή στην θεϊκή ζωή»[46].

Με τον θάνατο που δέχεται, ο Χριστός καταστρέφει εντελώς και για πάντα όλη την δυνατότητα προς τα πάθη των αισθήσεων της ανθρωπότητάς Του, νικώντας τους όλα. Η δύναμη της θεϊκής Υπόστασης επιδρά προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά σύμφωνα με την ελευθερία της ανθρώπινης φύσης, η οποία δεν επιθυμεί την αμαρτία, αλλά ανοίγεται διαμέσου της συνεργασίας: «ο Χριστός απομακρύνει τα συναισθήματα από την ανθρωπότητά του, υποφέροντας μέχρι το τέλος με σθένος τα θλιπτικά και αρνούμενος με τον ίδιο σθένος τα ηδονικά. Ο Χριστός τα νικάει με την συμμετοχή της ανθρωπότητάς Του, επειδή αυτή έχει, εξαιτίας έλλειψης αμαρτίας και γιατί είναι της θεϊκής υπόστασής Του, τη δύναμη να υποφέρει τα πρώτα και να αρνείται τα άλλα μέχρι το τέλος, εξαντλώντας τη δύναμή τους με τη δύναμή Του να υποφέρει ή να αρνείται»[47]. Ο Σωτήρας Ιησούς Χριστός «τίθημι την ψυχή» (Ιωάννης 10, 17), με την έννοια ότι, με την θέλησή Του, η ψυχή ξεχωρίζεται από το σώμα. Αυτός δεν ζει την απελπισία του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο. Αυτός μπαίνει στα βάθη του Άδης και οι πύλες του σπάζουν από μόνες τις και δεν μπορούν να επιζήσουν στην παρουσία της ζωής. Το δαιμόνιο σκορπίζεται σαν καπνό και λιώνεται σαν κερί στην παρουσία του Αγίου[48]. Στον καιρό του χωρισμού του σώματος από την ψυχή, ο θάνατος δεν εκδηλώνει το έργο της φθοράς μπροστά Του, γιατί ακόμα και χωρίς ψυχή αυτό παραμένει το σώμα του Υιού του Θεού[49] τον Ζωντανό. Ο Χριστός δέχεται να Του χωρίζεται η ψυχή από το σώμα, αλλά επειδή τα είχε ενωμένα με τον εαυτό Του, αυτά παραμένουν στην συνέχεια ζωντανά. Αυτά διατηρούνται σ’αυτόν τον αποχωρισμό με τον σκοπό όλος ο διαχωρισμός που προξενεί η αμαρτία να μαζεύεται και να πάρει τέλος με την Ανάστασή Του: «Στον θάνατο του Σωτήρα, η θεότητα παραμένει ενωμένη με την ψυχή από την μια μεριά και με το σώμα από την άλλη. Η αμαρτία, που είναι απομάκρυνση από τον Θεό και θάνατος της ψυχής, είχε φέρει τον θάνατο του ανθρώπου, διαχωρισμός στο σώμα και στην ψυχή του. Η θεότητα παραμένει ενωμένη στον θάνατο με την ανθρώπινη ψυχή του Χριστού. Είναι το σύμβολο νίκης της αμαρτίας για όλη την ανθρωπότητα. Η θεότητα που παρέμεινε ενωμένη με το χωρισμένο σώμα είναι το σύμβολο την ζωής που ξανακερδίστηκε με τον θάνατο και η αρχή του ξαναφτιάξιμου του μίγματος μεταξύ σώματος και ψυχής, ως ανάσταση του αμαρτωλού ανθρώπου»[50]. Για την παρουσία της ζωής στο σώμα του Χριστού, ακόμα και μετά από τον χωρισμό της ψυχής από Αυτόν, μιλούν όλοι οι Άγιοι Πατέρες. Ο Άγιος Γριγόριος της Νήσσας, ο Άγιος Μάξιμος ο Εξομολογητής και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ομολογούν αυτή την αλήθεια συγκρίνοντας το σώμα του Σωτήρα Χριστού με ένα δόλωμα που βάλλεται στο «καλαμίδι της θεότητας». Ο θάνατος πλησιάζει για να το καταναλώσει και παίρνει μαζί με αυτό την ζωή η οποία έρχεται από το Πρόσωπο του Υιού του Θεού, ζωή που διαδίνεται σε όλους εκείνους που ήταν υποδουλωμένοι από τον θάνατο[51]. Ο Άγιος Γριγόριος της Νήσσας υποστηρίζει ότι ο θάνατος αποδέχτηκε από το Υιό του Θεού όταν δέχτηκε να ενανθρωπίζεται. Ο Χριστός δεν κάνει πίσω από κανένα σκαλοπάτι της ύπαρξης, αλλά όλα τα δέχεται, για να τα κατευθύνει όλα προς τον Θεό. Αν θα περιοριζόταν μόνο στην ανθρώπινη γέννηση, ενώ τον θάνατο θα τον αρνούταν, ο Χριστός δεν θα έδειχνε αλληλεγγύη προς τον άνθρωπο και προς όλον τον κόσμο. Όμως η ανθρωπότητα δεν είχε ανάγκη ούτε από φιλοσοφικούς προβληματισμούς και ούτε από επισκέψεις στερημένες από περιεχόμενο, αλλά από θεραπεία, από ζωή. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός έρχεται και ταυτίζεται με τον καθένα μας, προσφέροντάς μας την βοήθεια και την θεραπεία όταν μείναμε χωρίς λύσεις και χωρίς ελπίδα, και έτσι, στην κορυφή της απελπισίας της ανθρωπότητας, κλίνεται πάνω μας για να μας βγάζει από την αμαρτία, «πλησιάζοντας τόσο πολύ τον θάνατο, ώστε τον άγγισε με τα χέρια Του, για να ξαναδώσει στην φύση, με το σώμα Του, την αρχή της ανάστασης»[52]. Με την θυσία του Χριστού ανακαλύπτεται ταυτόχρονα το μεγαλείο της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο και την αξιοπρέπεια που χαίρεται ο άνθρωπος όταν συσχετίζει την ζωή του στον Θεό: «Διότι ο Χριστός, όταν ήμασταν ακόμα αδύναμοι, στον αποφασισμένο καιρό πέθανε για τους άπιστούς. Γιατί δύσκολα θα πεθάνει κάποιος για έναν δίκαιο. Αλλά για τον καλό άνθρωπο μπορεί να αποφασίζει κάποιος να πεθάνει. Όμως ο Θεός δείχνει την αγάπη Του προς εμάς με το γεγονός ότι ο Χριστός πέθανε για μας όταν ήμασταν ακόμα αμαρτωλοί» (Ρωμαίους 5, 6-8).

Σε σύγκριση με τον θάνατο των άλλων ανθρώπων, που είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός, ο θάνατος του Χριστού είναι μια πράξη της θέλησης. Παρόλο που αποδέχτηκε από την αιωνιότητα, παραμένει πάλι μια έκφραση της συνεχής ελευθερίας Του. Στους άλλους ο θάνατος ήταν αξεχώριστος από την φύση τους, ήταν ένα κοινό σώμα με αυτή: γεννιόταν από αυτή, μεγάλωνε με αυτή, και στο τέλος τη κατάστρεφε. Κανείς δεν μπορούσε να την απομακρύνει από μέσα του. Όμως στον Χριστό ο θάνατος είναι στο εξωτερικό της φύσης Του, δεν έρχεται από το εσωτερικό, αλλά από εξωτερικό, από τον εσωτερικό της φύσης μας. Γ’αυτό ο θάνατος αυτός εργάζεται με όλη την σκληρότητα, με όλη την μοναξιά, με όλο τον πόνο κ.λ., συγκεντρώνοντας μέσα του τον θάνατο όλου του κόσμου, για να κυριαρχεί τον Χριστό. Αλλά αν τον συνηθισμένο άνθρωπο τον συντρίβει, τον ρίχνει κάτω, και αυτός χάνει την συνείδησή του όταν εμφανίζεται ο θάνατος, η συνάντηση με τον Χριστό είναι μια συνάντηση πρόσωπο προς το πρόσωπο. Αυτός δεν πέφτει υπό την νίκη του, αλλά παραμένει συνειδητός, αποδέχεται τον θάνατο μέσα Του και τον κρατάει εκεί, για να τον τραβάει από το εσωτερικό όλων των ανθρώπινων προσώπων, να τον αφήσει στην μοναξιά που τον χαρακτηρίζει και να τον γυρίζει στον άβυσσο από τον οποίο γεννήθηκε[53]. Ακριβώς γι’αυτό ο Χριστός παρουσιάζεται ταυτόχρονα τόσο ως θυσία, όσο και ως Αρχιερέα που προσφέρει και δέχεται αυτή την θυσία, αλλά και ως Βασιλιάς που βασιλεύει στα δεξιά του Πατέρα: «Η θυσία έκανε τον Χριστό ως άνθρωπος τόσο Αρχιερέα, όσο και Βασιλιάς, ο οποίος βασιλεύει στα δεξιά του Πατέρα. Ως αρχιερέα είναι διάκονος της σκηνής που δεν φτιάχτηκε από ανθρώπινο χέρι. Αυτή η σκηνή δεν μπορεί να είναι παρά η ανθρωπότητά Του, μέσα στην οποία κατοίκησε ο Υιός του Θεού και η οποία είναι το πιο υψηλό σκαλοπάτι προς τον Θεό, χωρίς να είναι το ίδιο ο Θεός. Διότι ο άνθρωπος ακόμα και ως σώμα δίχως ψυχή είναι τέμπλο του Θεού (Α’ Κορίνθιους 3, 16 και 6, 19). Διαμέσου του ανθρώπου ο Θεός αγιάζει όλη την κτήση και όλη η κτήση δοξάζει συνειδητά τον Θεό. Αλλά ο Χριστός όχι μόνο διακονεί τον Θεό Πατέρα στην ανθρωπότητά Του, σαν έναν τέμπλο που περιέχει όλη την ανθρωπότητα, αλλά και κοινωνεί μέσα της, αφού την ανέβηκε μέσα Του στα δεξιά του Πατέρα, γεμίζοντας και αυτή με τη Δόξα Του ως Υιός του Πατέρα, έχοντας δεμένη από αυτή όλη την ανθρωπότητα. Και έχοντας την ανθρωπότητα σαν τέμπλο στον οποίο λειτουργεί και βασιλεύει γεμάτος δόξα, γεμίζοντας και αυτήν με την δόξα Του, έγινε Μεσολαβητής ανάμεσα σ’αυτήν και τον Θεό Πατέρα»[54]. Το αρχιερατικό αξίωμα είναι πάντα ενωμένο με το βασιλικό αξίωμα, ο Χριστός παραμένοντας Βασιλέα του κόσμου ακόμα και στις στιγμές μέγιστης θλίψης και ταπείνωσης τις οποίες ζει ως άνθρωπος. «Γι’αυτό η Γραφή λέει στο Ασμα: «Θυγατέρες Συών, εξελθάτε και ιδετε εν τω βασιλει Σαλωμών εν τω στεφανο, ω εστεφάνωσεν αυτόν η μητήρ αυτού» (Ασμα 3, 11). Και το στέφανο ήταν ένα μυστήριο: είναι η άφεση των αμαρτιών και η καταστροφή της απόφασης καταδίκης»[55].

Ο τελικός σκοπός και ο τελικός στόχος της θυσίας του Σωτήρα – με την αποδοχή των παθημάτων και του θανάτου πάνω στο σταυρό και με την πραγματοποίηση της ευχαριστιακής θυσίας, είναι εκείνος της απόκτησης της ελευθερίας και της απελευθέρωσής μας, που, κατά τον Άγιο Γριγόριος της Νήσσας, έχει τρεις όψεις: «Η πρώτη όψη απελευθέρωσης είναι η απομάκρυνση της διαίρεσης μεταξύ σώματος και ψυχής. Η καθαρισμένη ψυχή διαπερνά ένα σώμα που έγινε ελαφρό και ελεύθερο και που δεν κυριαρχείται από ανάγκες και συναισθήματα. Αυτή η οικεία σχέση της ψυχής με το σώμα μεταμορφώνει στον άνθρωπο την επιθυμία, την ένταση και την ενέργεια. Με την τέλεια απάθεια, ο άνθρωπος γίνεται ίσιος με τους αγγέλους. «Η απάθεια δεν συνιστά εδώ, όπως στον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο, σε μια παραίτηση του σώματος, αλλά σε μια κάθαρση των παθημάτων ενός σώματος που βρίσκει την προπατορική σημασία του ως όργανο και ευθύγραμμο του πνεύματος». «Ο Λόγος  δεν μπορεί να θέλει η ζωή των δικαίων να είναι σκισμένη από έναν δυφυσισμό. Και όταν ο τείχος του κακού θα πέσει, η ψυχή και το σώμα θα ενωθούν σε μια ανώτερη αρμονία. Αν η Θεότητα είναι απλή, χωρίς σύνθεση και μορφή, ο άνθρωπος πρέπει επίσης, συμφιλιώνοντας με τον εαυτό του, να επιστρέφει στο καλό, να ξαναγίνει απλώς και καθαρός, για να γίνει πραγματικά ένας. Έτσι, το κρυμμένο εσωτερικό γίνεται το ίδιο με το φανερωμένο εξωτερικό, και το φανερωμένο εξωτερικό το ίδιο με το κρυμμένο εσωτερικό». Αυτή η φυσική διαφάνεια θα συμπίπτει όμως με την ηθική καθαρότητα και με την πλήρης ειλικρίνεια προς τους συνανθρώπους. Σ’αυτήν την διαφάνεια θα γνωρίσει ο άνθρωπος τον εαυτό του ακριβώς όπως είναι και θα δείχνεται στους άλλους όπως είναι. Η αυταπάτη και η υποκρισία θα εξαφανιστούν.

Η δεύτερη όψη αυτής της απελευθέρωσης είναι η ενοποίηση του παρελθόντος με το μέλλοντα, δηλαδή της ανάμνησης και της ελπίδας. Η χρονική συνείδηση ήταν πάντα σκισμένη από επιθυμία, από μια μεριά, και από λύπη και τύψεις, από την άλλη». Εκεί, η συνείδηση ελευθερωμένη από αυτή συνεχίζει στην έλλειψη ικανοποίησης, «αφήνει πίσω της την επιθυμία… γιατί κατέχει ό,τι ελπίζει. Έτσι, απασχολημένη πλήρως με την χαρά που πηγάζει από το καλό που απέκτησε, αυτή αποκλίνει την ανάμνηση από το μυαλό της». «Εξαιτίας της αποκτημένης καθαρότητας, η ψυχή μπαίνει σε στενή σχέση με τον Θεό, με το δικό του περιβάλλον. Αυτή δεν έχει πια ανάγκη από την κίνηση της επιθυμίας… εκείνος που κατοικεί στο σκοτάδι δοκιμάζει την νοσταλγία του φωτός. Αλλά γι’αυτόν που μπαίνει στο φως, μετά την επιθυμία έρχεται η χαρά». «Γινόμενη όμοιος με τον Θεό… ο Οποίος δεν γνωρίζει την επιθυμία γιατί δεν Του λείπει κανένα καλό, η ψυχή… εγκαταλείπει την κίνηση και ακόμα και την επιθυμία, η οποία υπάρχει μόνο όταν το επιθυμητικό αντικείμενο απουσιάζει». Αυτή η επίγεια επιθυμία μεταμορφώνεται «στην κίνηση και την εργασία της αγάπης, συμμορφώνοντας στο αντικείμενο που πάντα πιάνεται και βρίσκεται». Σ’αυτή την ενοποίηση του δυναμισμού του εγώ σε έναν παρόν όπου ενώνονται και ταυτίζονται το παρελθόν και το παρόν, η ανάμνηση και η ελπίδα, είναι αιώνια η παρουσία του Θεού, ο Οποίος κατέχει ό,τι θέλει και θέλει ό,τι κατέχει».

Με αυτή την τριπλή ενοποίηση, η ψυχή αγγίζει την βαθύ ενότητα των αισθήσεων και της κατανόησης (η τρίτη όψη). Η γνώση και η αγάπη γίνονται ένα. Το να αισθάνεσαι και να γνωρίζεις τον Θεό θα είναι το ίδιο πράγμα. Η ενοποίησης όλου του ανθρώπινου δυναμισμού πάντα πιο αυξημένη, μας ανακαλύπτει την πιο βαθύ όψη του πνεύματος ως ελευθερία. Διότι η ελευθερία είναι η απέραντη δυνατότητα του καθαρού πνεύματος, πάντα ανανεωμένο, να ξεπεράσει συνέχεια τους περιορισμούς του. Η ελευθερία είναι το συνεχές ανέβασμα προς τον Θεό, η απέραντη και ανεξάρτητη καταγωγή του ανθρώπινου πνεύματος. Η ελευθερία είναι από την μία πλευρά ο τρόπος πραγματοποίησης της φύσης μας, και από την άλλη είναι η ουσιαστική της εμπειρία του απείρου. Αυτό γιατί η ανθρώπινη φύση είναι στον ίδιο καιρό περιορισμένη και άπειρη. Είναι το περιορισμένο που ανοίγεται στο άπειρο. Είναι περιορισμένη όταν κάθεται ακίνητή μέσα της και είναι άπειρη όταν κινείται προς τον Θεό, διαμέσου της ελευθερίας. «Η φύση των αγγέλων και των ψυχών, λέει ο Άγιος Γριγόριος της Νήσσας, δεν γνωρίζει περιορισμό και τίποτα δεν την εμποδίζει να προοδεύει στο άπειρο». Από’δω συμπεραίνεται ότι η φύση δεν είναι κάτι τελειωμένο, αλλά, εξαιτίας της ελευθερίας, κάτι που γίνεται, μια ατέλειωτη δυναμική ικανότητα. «Η κτήση είναι στο καλό μόνο με την συμμετοχή. Αυτή δεν άρχισε μόνο μια φορά να υπάρχει, αλλά κάθε στιγμή διακρίνουμε πως αρχίζει, εξαιτίας της συνεχής αύξησής της». Η ανθρώπινη φύση και η ομοιότητά της με τον Θεό είναι γι’αυτό μια, διότι και η δύο είναι η φόρα προς τον άπειρο. «Η αρετή έχει μόνο ένα σύνορo: ή έλλειψη συνόρου. Πως να φτάσει κανείς στην άκρη που ψάχνει, όταν δεν υπάρχει άκρη?»

Ακριβώς το γεγονός ότι η ανθρώπινη φύση δημιουργήθηκε για να συμμετέχει στον Θεό, και ο Θεός δεν έχει τέλος, δείχνει πως αυτή, στην αύξησή της, δεν έχει τέλος. «Γι’αυτό, το Καλό όντας άπειρος στην φύση του, η συμμετοχή σ’αυτό θα είναι και αυτή, υποχρεωτικά, άπειρη στην κίνησή της, λοιπόν ικανή να ευρύνεται στο άπειρο». Άρα δίκαια η ανθρώπινη φύση πρέπει να ορίζεται ως άπειρη ένταση. «Το να θέλει πάντα να τείνει προς μια μεγαλύτερη τελειότητα, είναι η ίδια η τελειότητα της ανθρώπινης φύσης». Αυτή έχει στον ίδιο καιρό την εμπειρία του άπειρου και του περιορισμένου, δηλαδή κάθε στιγμή υπάρχει μια άπειρη διάσταση μεταξύ της ικανότητάς μας για άπειρο και της πραγματοποιημένης ύπαρξής μας. Πάντα έχουμε την συνείδηση αυτών των δυο πραγμάτων. Διότι η διάσταση που διατρέχουμε εμείς, όσο μεγάλη και αν είναι, παραμένει ελάχιστη σε σχέση με το άπειρο. Η ανθρώπινη φύση ταξιδεύει αιώνια στο διάστημα μεταξύ περιορισμένου και άπειρου, αλλά ξεκινάει με την επιθυμία και με ένα είδος εμπειρία πριν από το περιορισμό της μέσα στο άπειρο, χωρίς να περιέχει την ίδια την ουσία του. Εκείνο που απέκτησε δεν είναι ποτέ το σύνολο, αλλά είναι η αρχή του συνόλου, «πάντα η αρχή του απείρου».

«Η προϋπόθεση αυτών των εμπειριών του απείρου είναι η αναγνώριση της ασύγχητης διαφοράς μεταξύ της θεϊκής φύσης, άπειρη ως πράξη, και της ανθρώπινης φύσης, άπειρη ως δυνατότητα», άλλά ταυτόχρονα η βίωση μιας αδιαφορίας, μιας συμμετοχής της ανθρώπινης φύσης στην θεϊκή φύση, μιας ένωσης χωρίς ανάμειξη. Αν η ουσία του ανθρώπου είναι να είναι το άπειρο εν γίγνεσθαί, η ένωσή του με το άπειρο θα κατάστρεφε αυτή την ουσία, η οποία δεν είναι η πληρότητα καθ’αυτήν, ή το άπειρο σε πράξη, αλλά η συμμετοχή στην θεϊκή πληρότητα αλλά ξεχωριστή από αυτήν. Στην ιδιότητά του ως δημιουργία του Θεού, ο άνθρωπος είναι διαφορετικός από τον Δημιουργό, αλλά και ενωμένος μαζί Του. Επειδή είναι η δημιουργημένη εικόνα του άκτιστου πρωτότυπου και επειδή, για να μπορεί να αυξάνεται ελεύθερα μέσα στον Θεό, ο άνθρωπος κτίστηκε με την δυνατότητα αλλαγής, ενώ ο Θεός δεν μπορεί να αλλάζεται. Η ανθρώπινη φύση πρέπει να πραγματοποιείται λοιπόν με την ελεύθερη κίνησή της, ακολουθώντας την αυθεντική κατεύθυνσή της. Αυτή η ελεύθερη κίνηση προς την πηγή της, που ψάχνεται ως σκοπό, της δίνει την αληθινή σημασία. Σ’αυτήν την κίνηση το πλάσμα νικάει πάντα τον περιορισμό, δηλαδή το αγγιγμένο σύνορο. Αλλά αν η ψυχή δεν αποκτάει ποτέ την πληρότητα, αλλά προχωράει πάντα προς αυτή, μήπως αυτό κάνει δυνατή την ευτυχία? Αν το εγώ δεν καταφέρει ποτέ να πραγματοποιείται, αλλά είναι πάντα στην διάρκεια πραγματοποίησης, δεν προξενεί αυτό μια απελπισία? Ο Άγιος Γριγόριος της Νήσσας τονίζει, αντίθετα, ότι ακριβώς αυτό το ατέλειωτο ανέβασμα, το οποίο είναι μια συνεχή δημιουργία, διώχνει την μονοτονία και την απελπισία. Αυτό το ατέλειωτο ανέβασμα τρέφει μια συνεχή ευτυχία, η οποία αντιτάσσεται στον «κορεσμό» του Ωριγένη, που έκανε τις ψυχές να βγαίνουν βαρεμένες από την κατάσταση ευτυχίας από την αρχή και που θα μπορούσε να τις κάνει να επαναλαμβάνει πάντα αυτή την έξοδο αφού έφτασαν πάλι σ’αυτήν…»[56].

Όσον αφορά την επέκταση της Θυσίας του Χριστού, αυτή δεν περιορίζεται μόνο στους ανθρώπους που έζησαν εκείνη την περίοδο. Αυτή ξεπερνάει τον χρόνο και τον χώρο, περιέχοντας μέσα της όλη την ανθρωπότητα. Η ανθρωπότητα και το συμπάν δέχονται από την Θυσία του Χριστού την δύναμη πραγματοποίησης της ενότητας και της βίωσης εν κοινωνία. «Γι’αυτό, είτε σκεφτούμε τις ουράνιες διαστάσεις, είτε τα υπόγεια βάθη, είτε τις δύο οριζόντιες πλευρές, η σκέψη μας συναντάει παντού τον Θεό, ο μόνος που εμφανίζεται σε όλες τις γωνίες του σύμπαντος και ο μόνος που κρατάει τον κόσμο στην ζωή»[57]. Κάνοντας μια σύγκριση ανάμεσα στις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης και εκείνη του Χριστού, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η τελευταία είναι μοναδική και έχει μια τέλεια αξία, επειδή επεκτείνεται πάνω από τον χρόνο και χώρο και αποκορυφώνεται με την ευχαριστιακή θυσία από το πλαίσιο της θείας Λειτουργίας, και επίσης, για άλλους μερικούς λόγους, όπως είναι:

Α) Είναι η θυσία ενός ανθρώπου που συνειδητοποιεί αυτή, ενώ τα ζώα δεν συνειδητοποιούν.

Β) Ο Χριστός προσφέρει τον εαυτό Του, όχι άλλον, επομένως είναι και Αρχιερέας και θυσία.

Γ) Η θυσία του Χριστού προσφέρεται από την τέλεια αγάπη Του προς τους συνανθρώπους και προς τον Θεό. Είναι μια θυσία από την οποία λείπει η αμαρτία και ο προσωπικός εγωισμός.

Δ) Ο Χριστός δεν είναι μόνο άνθρωπος, αλλά και Θεός, και η θυσία Του παίρνει λοιπόν μια άπειρη αξία[58].

Τόσο με την ζωή, όσο και με τον θάνατό Του, ο Σωτήρας Ιησούς Χριστός ανακάλυψε στην ανθρωπότητα την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να πάει η ύπαρξη. Αν την γέννηση λάβουν όλοι οι άνθρωποι, χωρίς να εκφράζουν την επιθυμία προς αυτή, ενώ ο θάνατος έρχεται ως ένα αναπόφευκτο φαινόμενο, εναντίων της θέλησής μας, ο Κύριος Χριστός μας ανοίγει διαμέσου της ζωής, της θυσίας και της ανάστασής Του τις νέες διαστάσεις βίωσης της αλήθειας. Γι’Αυτόν η επίγεια ζωή δεν είναι υποχρεωτική, κανείς δεν Τον πιέζει να την παραδεχτεί, αλλά γίνεται άνθρωπος με την δική Του θέληση. Ούτε τον θάνατο δεν Του υποβάλλεται, γιατί μπροστά στον Χριστό η ανθρώπινη ύπαρξη δεν εκδηλώνει κανέναν νόμο. Τόσο στις πράξεις που διέπραξε στην επίγεια ζωή, όσο και σ’εκείνες από τον θάνατο, ο Χριστός εκδηλώνεται παραπάνω από κάθε νόμο, αλλά όλα εκπληρώνονται ελεύθερα. Εξαιτίας και διαμέσου της θυσίας του Κυρίου Χριστού αποκτάει αξία και η θυσία μας, διότι ενώνοντάς την με αυτή μπορούμε να κοινωνούμε και εμείς από την ζωή που έφερε ο Χριστός. Ο άνθρωπος δεν είναι πια μόνος, τα πράγματα που κάνει αυτός δεν παρουσιάζονται πια σαν κάποια ψαξίματα, σαν κάποιες προσπάθειες, αλλά γίνονται πράξεις γεμάτες περιεχόμενο. Το έργο, η θέληση, η λογική κ.λ. διατηρήθηκαν στην ανθρώπινη φύση του Χριστού ακριβώς για να αγιάζονται, αγιοσύνη στην οποία έχουμε πρόσβαση και εμείς. Ο Άγιος Κύριλλος της Αλεξάνδρειας υποστηρίζει ότι ο Υιός του Θεού, αφομοιώνοντας την ανθρώπινη φύση, την αξίωσε να δέχεται το Άγιο Πνεύμα το οποίο ήταν ενωμένο μαζί Του, με τον σκοπό από την ανθρωπότητα και τον θάνατό Του να έρχεται σε όλους τους ανθρώπους[59]. Με την θυσία την οποία το ανθρώπινο πρόσωπο πραγματοποιεί στην ζωή και στον θάνατό του ανοίγεται σ’αυτήν την υποδοχή.

Αναφερόμενοι, σε μερικές λέξεις, στην θυσία μας μαζί με τον Χριστό και για τον Χριστό πρέπει να επισημαίνουμε το γεγονός ότι το πλησίασμα του Χριστού προς τον άνθρωπο αποκτάει μια ευαισθησία στον θάνατο που Αυτός υποφέρει για μας: «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτου θη υπέρ των φίλων αυτού. Υμείς φίλοι μου εστε» (Ιωάννης 15, 13-14). Η συνάντηση των απελπισιών και των πόνων των ανθρώπων με την χαρά και ζωή που δωρίζει ο Χριστός αποτελεί η βάση της θυσίας μας. Με το πάθημά Του, ο Χριστός ενώνεται μαζί μας σε έναν τρόπο εντελώς ξεχωριστός. Υποφέρει όπως και εμείς, ή καλύτερα μαζί μας, και ταυτόχρονα μας διαδίδει την δύναμη και την αγάπη της θυσίας Του, για να νικήσει τα αμαρτωλά παθήματά μας: «Η δεινοπάθειά Του μέχρι τον θάνατο για μας, μας κοινωνεί μια δύναμη που κάνει και εμάς να πεθάνουμε στις εγωιστικές επιθυμίες και στους πόνους που αυτές προκαλούν, ή στον παλιό και εγωιστικό άνθρωπο από μέσα μας»[60]. Η αποδοχή της θυσίας του Χριστού δεν σημαίνει μια απλή θεωρητική παραδοχή, αλλά η πραγματική μετατόπισή της στην ζωή μας. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Πρόδρομός μας στον Πατέρα (Εβραίους 4, 14 και 6, 20) και με την Θυσία Του μας ανοίγει σε όλους τον δρόμο προχώρησης προς την Βασιλεία των Ουρανών. Η δράση Του δεν παρουσιάζεται σαν μια νομική έκτιση, αλλά σαν μια γενική εξαγόραση, η οποία δρα πάνω στον άνθρωπο ανεξάρτητα από την θέληση και το έργο αυτού, αλλά αντίθετα, επειδή είμαστε λυτρωμένοι αντικειμενικά, πρέπει να εισβάλουμε και εμείς υποκειμενικά προς το έργο που το πραγματοποίησε ο Υιός του Θεού. Το να αρνούμαστε αυτή την συμμετοχή σημαίνει να κλειστούμε μπροστά σε ό,τι έκανε ο Χριστός. Αυτός είναι ο Πρόδρομός μας προς τον Πατέρα, αλλά και Εκείνος που, διαμέσου του Αγίου Πνεύματος, μας ελκύει στο ανέβασμά μας, αλλά εξαρτάται από τον καθένα ξεχωριστά αν με τις πράξεις του παρουσιάζεται ως μια θυσία «οσμή καλής ευωδιάς» μπροστά στον Θεό: «Μόνο αν γινόμαστε και εμείς άγιες θυσίες μπαίνουμε στον Πατέρα, δηλαδή σε κοινωνία μαζί Του. Αλλά μόνο εν Χριστό μπορούμε να μπούμε σ’αυτή την κοινωνία με τον Πατέρα. Εδώ δείχνεται η επέκταση της αγιασμένης θυσίας του Χριστού μέσα μας, για να κάνει και εμάς, με την συμμετοχή μας, αγιασμένες θυσίες και, διότι ο Χριστός ως θυσία είναι ταυτόχρονα και ιερέας, ιερείς σε στενή ένωση με Αυτόν»[61].

Η απεικόνιση αυτού του πόνου του Υιού τόσο μπροστά στον Πατέρα στον ουρανό, όσο και ανάμεσα στους ανθρώπους, διαμέσου της Ευχαριστίας, καθαρίζει μέσα στον άνθρωπο την αμαρτία δια μιας πνευματικής, όχι σωματικής, επιρροής, αλλά ταυτόχρονα, είναι εξιλαστήρια μπροστά στον Πατέρα, επειδή προκαλεί τη δύναμη που καταστρέφει για τον άνθρωπο τον μακρύ δρόμο που οδηγεί στον Θεό. Κάπως ο πόνος του Χριστού κατέβηκε μέσα στον άνθρωπο χωρίς ο ίδιος να υποφέρει, αλλά έχοντας μέσα του τις συνέπειες ενός πραγματικού πόνου»[62].

Επισημαίνοντας το γεγονός ότι η Θεία Ευχαριστία δημιουργεί και αναπτύσσει την κοινωνία ανάμεσα σ’εμάς και τον Θεό, όσο και ανάμεσα σ’εμάς και τους συνανθρώπους μας, ο πάτερ Stăniloaie καταφέρνει να φανερώσει πολύ καλά αυτό το πράγμα, τονίζοντας ότι «όπως δεν υπάρχει έναν προσωπικό διαχωρισμό ανάμεσα στην θυσία μου και του Ιησού Χριστού, έτσι δεν υπάρχει ούτε ανάμεσα σε θυσία μου και των άλλων. Γι’αυτό, η Ευχαριστία είναι της Εκκλησίας, της κοινότητας. Και η εκκλησιαστική κοινότητα προσφέρθηκε όχι μόνο διαμέσου του άρτου, αλλά διαμέσου όλων των προσευχών της, όλων των δηλώσεων παράδοσής της στον Θεό, δηλώσεις όπου εκφράζονται τα συναισθήματά της: «Εμάς τους ίδιους και ένας τον άλλον και όλη την ζωή μας στον Χριστό Θεό να την προσφέρουμε». Αυτή υψώνεται προς την ενοποίηση με τον Χριστό με προσευχές αιτήσεων του Αγίου Πνεύματος, όταν ο ιερέας λέει: «Στείλε το Άγιο Πνεύμα Σου επάνω μας και επάνω από αυτά τα δώρα που είναι μπροστά». Το Πνεύμα μεταβάλλει την θυσία του άρτου και του οίνου της κοινότητας, της ζωής της, στην θυσία του Χριστού, στο θυσιασμένο σώμα Του το οποίο ο Χριστός προσφέρει στον Πατέρα, αλλά μετά το δίνει ως τροφή και πιοτό στην κοινότητα, για να γεμίζει και αυτή περισσότερα από το θυσιασμένο σώμα Του. Γι’αυτόν τον σκοπό μετάβαλε τον άρτο και τον οίνο στο σώμα και το αίμα Του, προσφέροντας τον εαυτό Του στον Πατέρα και κοινωνώντας στους πιστούς υπό αυτές τις μορφές. Το προσωπικό σώμα Του που θυσιάστηκε συναντιέται με το μυστικό σώμα Του, θυσιασμένο στον ευχαριστιακό άρτο και οίνο. Το θυσιασμένο σώμα του Κυρίου στην Ευχαριστία είναι μόνο το σώμα Του, αλλά έχει μέσα Του το δώρο της κοινότητας, ή την θυσία της, για να την παρουσιάσει έτσι μέσα Του, και αυτήν, στον Πατέρα. Η κοινότητα, παρόλο που είναι παρούσα ως θυσία στον άρτο που μετέβαλε στο σώμα Του, δεν συγχύζεται με το προσωπικό σώμα του Χριστού, αλλά παραμένει στην συνέχεια σε μια διαλογική σχέση μαζί Του, ως άπειρη εφεδρεία δώρων. Η κοινότητα θα έχανε στην περίπτωση σύγχυσης με τον προσωπικό Χριστό τον χαρακτήρα κοινότητας προσώπων και θα αποπροσωποποιείται. Οι πιστοί διατηρούν πάντα την συνείδηση ότι διαμέσου του Χριστού προσφέρονται οι ίδιοι, παρόλο που προσφέρονται με την δύναμη του Χριστού. Ο Χριστός τους προσφέρει στην θυσία Του, ως ξεχωριστά πρόσωπα, όχι ως ανάμεικτα αντικείμενα. Ειδικά στην στιγμή της κοινωνίας, η κοινότητα, παρόλο που είναι στενά ενωμένη μαζί Του από πριν, δέχεται μόνο το σώμα του Χριστού. Διότι πάντα ο Χριστός παραμένει ξεχωρισμένη από αυτή, ως Εκείνος που κοινωνεί. Η ενότητα με των Χριστό περνάει από διάφορες διαβαθμίσεις, αλλά πάντα τα πρόσωπα των πιστών παραμένουν ξεχωρισμένα, ως συνεργάτες στον διάλογο και ως εκείνα που κοινωνούν από τον Χριστό, όχι ως εκείνα που δίνονται ένα στο άλλο προς κοινωνία, ή ως εκείνα που κοινωνούν κάπως μεταξύ των. Και αυτό γίνεται και με την κοινότητα: όσο ενωμένη και αν είναι με τον Χριστό, αυτή είναι πάντα εκείνη που κοινωνεί από τον Χριστό, και ο Χριστός, Εκείνος που προσφέρεται για κοινωνία. Ποτέ η κοινότητα δεν κοινωνεί από τον εαυτό της. Ο προσωπικός και ξεχωριστός χαρακτήρας του πιστού και το γεγονός ότι μεταλαμβάνει μόνο από τον Χριστό και όχι και από την κοινότητα τονίζεται στον λόγο του ιερέα στον καιρό που κοινωνεί: «Μεταδιδοται σοι… το τιμιον και παναγιον σωμα και αίμα του Κυρίου και Θεού μας Ιησούς Χριστός».

Όπως σε όλα τα Μυστήρια, έτσι και στην Ευχαριστία, διαμέσου του Μυστηρίου εγκαινιάζεται μια προσωπική σχέση ή ένα νέο σκαλοπάτι της προσωπικής σχέσης του Χριστού με κάθε πρόσωπο, παρόλο που αυτό γίνεται στο πλαίσιο της κοινότητας, σε μια σχέση κάθε προσώπου με τα άλλα. Οι χάρες των Μυστηρίων δωρίζονται στα πρόσωπα, γιατί σ’αυτές εμπιστεύεται η ευθύνη για την επικαιροποίηση και ανάπτυξή τους, με τους κόπους μιας ζωής θυσίας, από τη δύναμη του Χριστό. Η διαλεκτική της αφομοίωσής μας ως θυσία εν Χριστό και της ξεχωριστής διατήρησής μας συγκεκριμενοποιείται και στο γεγονός ότι, εκτός από τον πρόσφορο από τον οποίο κόβεται το αγνό, ως μελλοντικό σώμα του Χριστού, οι πιστοί φέρνουν και τα πρόσφορα από τα οποίες παίρνονται οι μιρίδες που τοποθετούνται γύρω από το αγνό, μαζί με εκείνες των Αγίων και της Παναγίας. Η πρακτική των μιρίδων δεν βρίσκεται πριν από τον 11ο αιώνα. Γνωρίζεται πριν από εκείνη την περίοδο ότι μνημονεύονταν απλά τα ονόματα εκείνων που το ζητούσαν, μετά την πραγματοποίηση των δώρων. Αυτό σημαίνει ότι οι θυσίες των πιστών θεωρούταν και τότε πως αφομοιώνονται από τον Χριστό στην θυσία Του. Αλλά αργότερα, για να αποφεύγεται η ιδέα της αποπροσωποποίησης των θυσιών των πιστών, θεωρούταν αναγκαία να διευκρινίζεται και την επιμονή τους ως πρόσωπα στην προσφορά της θυσίας τους, τοποθετώντας τις μιρίδες τους κοντά στο αγνό. Έτσι, ο Άγιος Κύριλλος της Αλεξάνδρειας μας βλέπει από την μια μεριά συμπεριλαμβανόμενοι ως θυσίες στον Χριστό, και από την άλλη τονίζει την διαφορά των θυσιών μας από την θυσία του Χριστού. Αυτός αποδίδει το διαλεκτικό γεγονός ότι εκείνοι που θυσιάζονται ένας στον άλλο ή ένας για τον άλλο, από μια πλευρά συγκλίνουν μεταξύ τους και από την άλλη ξεχωρίζουν, ή πεθαίνουν για τον εαυτό τους, μόνο μιας προσωπικής ύπαρξης, διαχωρισμένη, και όχι για πάντα, όχι μιας ζωής πραγματοποίησης του καλού, έκφραση της προσωπικής ευθύνης. «Επομένως και εμείς εν Χριστό θα σταματήσουμε τις επίγειες προσπάθειες, εκπληρώνοντας τον πνευματικό σαββάτο. Όμως δεν θα σταματήσουμε τις αγιασμένες πράξεις, δηλαδή το χρέος να προσφέρουμε στον Θεό πνευματικές θυσίες και πνευματικά δώρα. Αλλά, ακολουθώντας θα ίχνη του Χριστού, όπως γράφτηκε (Α’ Πέτρου 2, 21), θα θυσιάζουμε τον εαυτό μας»… Επομένως πρέπει να επισημαίνεται το γεγονός ότι όχι μόνο ο Χριστός προσφέρει τον εαυτό Του και προσφέρει την κοινότητα ως θυσία, αλλά και η κοινότητα, προσφέροντας τον εαυτό της θυσία από τη δύναμη της θυσίας του Χριστού, προσφέρει Τον Χριστό. Με αυτό τονίζεται ακόμα πιο πολύ η επιμονή της κοινότητας ως κοινωνία προσώπων και η αμοιβαιότητα ανάμεσα στον Χριστό και στην κοινότητα όσον αφορά την προσφορά της θυσίας. «Ετι προσφερομεν σοι την λογικην ταυτην και αναιμακτον θυσία, και παρακολουμεν σε και δεομεθα και ικετευομεν: καταπεμψου το Πνευμα σου το Αγιον εφ’ημας και επι τα προκειμενα δωρα ταυτα». Αυτό δείχνει ότι η στιγμή της προσφοράς του Χριστού ως θυσία συμπίπτει με την στιγμή της μεταβολής των δώρων. Αλλά δείχνει και ότι η προσφορά της θυσίας συμπεριλαμβάνει και κάποιο αγιασμό της κοινότητας διαμέσου του κατεβάσματος του Αγίου Πνεύματος, άρα μια όψη Μυστηρίου. Οι πιστοί προσφέρουν τον εαυτό τους, δωρίζοντας τον άρτο και τον οίνο αναμειγμένους με νερό, που εκπροσωπεί την ίδια την ουσία τους. Η πρόθεση να προσφέρουν τους εαυτούς τους σ’αυτά τα δώρα εκδηλώνεται και διαμέσου των προσευχών με τις οποίες συνοδεύουν αυτήν την προσφορά, που εκφράζουν πιο καθαρά την ίδια την πνευματική τους δωρεά. Διότι εκείνος που προσεύχεται, δωρίζεται στον Θεό. Πρέπει να υπογραμμίζεται ότι τα στοιχεία που προορίζονται να μεταβάλλονται στο σώμα των πιστών είναι ταυτόχρονα τα βασικά στοιχεία τα οποία αποτέλεσε και το σώμα του Χριστού: ο άρτος, ο οίνος και το νερό. Αυτά μεταβάλλονται στιγμιαία στην διάρκεια της Λειτουργίας στο σώμα και το αίμα του Χριστού και, σ’αυτόν τον τρόπο στο σώμα και το αίμα των πιστών. Η ένωση της κοινότητας με τον Χριστό στην προσευχή αυξάνει τη πνευματική δύναμη με την οποία πραγματοποιείται αυτή η μεταβολή. Διότι όλα πνευματοποιούνται από τη δύναμη του πνευματοποιημένου σώματος του Χριστού.

Παρόλα αυτά, επειδή ο πλήρης αγιασμός εξαρτάται από την κοινωνία με την θυσία, υπάρχει μια διάσταση ανάμεσα στην στιγμή της μεταβολής ή της πραγματοποίησης της Ευχαριστίας ως θυσία και την στιγμή της κοινωνίας ή πραγματοποίησής της ως Μυστήριο. Αυτός ο χώρος γεμίζεται από προσευχές, που προετοιμάζουν τους πιστούς για κοινωνία με το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Αλλά η ύπαρξη της όψης θυσίας και στην όψη Μυστηρίου δείχνεται από το ίδιο το γεγονός ότι η πιστοί κοινωνούν υπό την μορφή του άρτου και του οίνου, και ο ιερέας δηλώνει σε κάθε πιστό πως μεταλαμβάνει του σώματος και αίματος του Κυρίου, αλλά και της θραύσης του σώματος αμέσως πριν από την κοινωνία και της ταυτόχρονης προφοράς του λόγου: „Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνος του Θεου, ο μελιζομενος και μη διαιρουμενος, ο παντοτε εσθιομενος και μηδεποτε δαπανωμενος, αλλα τους μετεχοντας αγιαζων” Ο ίδιος ο αγιασμός των πιστών που κοινωνούν είναι μια πράξη της θυσιαστικής κοινωνίας, και σημαίνει μια πληρέστερη μετάθεση των πιστών στην κατάσταση θυσίας από τη δύναμη της θυσίας του Χριστού. Μόλις με την πράξη κοινωνίας των πιστών τελειώνει η Ευχαριστία ως θυσία και ως μυστήριο, διότι μόλις τώρα πραγματοποιείται ο σκοπός της ως θυσία προς τον Πατέρα, αλλά και για τον αγιασμό των πιστών μόλις τώρα προφέρεται το όνομα κάθε πιστού, όπως σε όλα τα Μυστήρια. Η θραύση του σώματος πριν από την κοινωνία ολοκληρώνει μια θραύση που άρχισε στην προσκομιδή, η οποία αντιπροσωπεύει τη γέννηση του Κυρίου, και δείχνει ότι ακόμα μέσα της ήταν συμπεριλαμβανόμενος ο προορισμός Του για τον Σταυρό και για την κοινωνία. Αυτός ο κανονισμός Του από την γέννηση, να είναι θυσιασμένος, Τον δείχνει ότι δεν είναι σε κατάσταση θυσίας μόνο στον καιρό της σταύρωσης, αλλά και μετά την ανάσταση και ανάληψη, για να μπορούμε να μεταλαμβάνουμε Αυτού στην κατάσταση θυσίας, για να αφομοιώσουμε και εμείς αυτή την κατάσταση. Γι’αυτό η ορθόδοξοι πιστοί πλησιάζουν το θυσιασμένο σώμα του Κυρίου μετά από κάποια νηστεία, που σημαίνει η διάθεσή τους για θυσία. Από αυτή την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας για την κατάσταση θυσίας του Χριστού μετά την Ανάσταση βγήκε και η ιδέα του Νικολάου Καβάσιλα ότι η στιγμή της προσφοράς του Χριστού ως θυσία συμπίπτει με την μεταβολή των δώρων, επειδή το σώμα του Χριστού, το οποίο παίρνει εκείνη την στιγμή την θέση του άρτου, είναι ένα θυσιασμένο σώμα Του»… Αλλά τονίζει και μια κοινωνία με τον Χριστό που θυσιάστικε και ανάστησε στην μελλοντική ζωή, την οποία προλαμβάνει η κοινωνία με τον ίδιο Χριστό στον τωρινό καιρό. Σ’αυτή την αιώνια κοινωνία τελειώνει η οικονομία της σωτηρίας, ως αιώνια ένωση των ανθρώπων με τον Θεό εν Χριστό. Η Ευχαριστία στην αιώνια ζωή είναι, ως στεφάνωση της θεϊκής οικονομίας, εκείνη η τέλεια ένωση μεταξύ της κτήσης και του Χριστού, στην οποία «ο Θεός θα είναι τα πάντα εν πάσιν» (Α’ Κορίνθιους 15, 28)»[63].

Επιστρέφοντας λίγο στο θέμα του θανάτου και της θυσίας, ο Άγιος Κύριλλος της Αλεξάνδρειας έκανε μια σύγκρίση ανάμεσα στον θάνατο που ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έλαβε στη Γολγοθά και στον θάνατο που λάβουμε εμείς στο Βάπτισμα, λέγοντας ότι αν ο πρώτος ήταν γεμάτος πόνο, ο δεύτερος είναι χωρίς πόνο, παρόλο που και εμείς συμμετέχουμε στα πάθη Του: «Ο Χριστός δέχτηκε καρφιά στα πανκάθαρα χέρια και πόδια του, και εμένα μου δωρίζει, δίχως να υποφέρω, δίχως να πονάω, την σωτηρία με την συμμετοχή στον πόνο Του»[64]. Ο θάνατος που άρχισε στο Βάπτισμα πρέπει να συνεχίζεται, αλλά όχι ως έναν θάνατο του παλιού ανθρώπου, που πέθανε για πάντα στο Βάπτισμα, αλλά ως έναν θάνατο διαμέσου του οποίου «παραδινόμαστε συνέχεια στον Θεό μαζί με τον Χριστό»[65]. Από τώρα η θυσία μας ενώνεται με εκείνη του Χριστού και λαμβάνει τη δύναμη που αυτή ξεχειλίζει διαμέσου της θεϊκής χάριτος. Το Μυστήριο του Χρίσματος, ως προσωπική «Πεντηκοστή» του χριστιανού, ενισχύει όλη την ανθρώπινη φύση, επιδιώκοντας την πραγματοποίηση μιας πληρέστερης προσφοράς, ενώ το Μυστήριο της Εξομολόγησης ξαναζεί την μεταμόρφωση του θανάτου όλης της ανθρωπότητας που ο Χριστός εκπλήρωσε στον Σταυρό, υπακούοντας «στην θέληση του Πατέρα». Αν τότε ο Σωτήρας έφερε στους ανθρώπους την ζωή, διαμέσου της Εξομολόγησης εμείς παρουσιαζόμαστε με τον θάνατο των αμαρτιών μας για να λάβουμε την ανάσταση που μας χάρισε ο Χριστός»[66]. Αλλά και ο Γάμος, η Ιεροσύνη και το Ευχέλαιο μεταθέτουν σε κατάσταση θυσίας εκείνους που τα λάβουν. Ο Γάμος, ως μια επικοινωνία αγάπης μεταξύ των συζύγων, μαζί με τα παιδιά, ανακαλύπτει σε κάθε μέλος νέα νοήματα εκπλήρωσης της θυσίας. Αυτός προετοιμάζει τα βάθη του προσώπου για να δεχτούν μέσα των τις ρίζες πεποίθησης προσφοράς στον Θεού. Νιώθεις πιο δυναμικός όταν προχωράς προς το ουράνιο βήμα, αν προηγουμένως προσφέρθηκες με την αγάπη, τη δουλειά και την προσοχή σου στην σύζυγο και στα παιδιά. Η Ιεροσύνη, ως Μυστήριο το οποίο δίνεται μόνο σ’εκείνους που έχουν κλίση προς αυτή, κάνει εκείνον που την λάβει να είναι υπεύθυνος όχι μόνο για την θυσία του, αλλά και για την θυσία των πιστών που τους διδάσκει, αγιάζει και καθοδηγεί στην οδό της σωτηρίας. Το Ευχέλαιο, με τις προσευχές που προφέρονται προς τον Θεό Πατέρα – ο Γιατρός των ψυχών και των σωμάτων, αποκτάει για τον άρρωστο την χάρη που αγιάζει, για να μπορεί και με την σωματική αδυναμία να υποφέρει χωρίς γογγυσμό και να παρουσιάζει την αγάπη προς τον Θεό[67].

Παρόλα αυτά, μια εντελώς ξεχωριστή θέση την κατέχει το Μυστήριο του Ευχελαίου, που είναι μια στεφάνωση, ένα αποκορύφωμα όλων των άλλων Μυστηρίων, συμπεριλαμβάνοντας μέσα του «τη δύναμη του πλήρης θανάτου μπροστά στην ύπαρξη διαχωρισμένη από τον Θεό»[68]. Διαμέσου της κοινωνίας με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, οι χριστιανοί, όπως έγραψε ο Πάτερ Stăniloaie, συμμετέχουν στην θυσία την οποία Αυτός έφερε για μας, αλλά και στην Ανάστασή Του. Ακριβώς στην προσευχή της επίκλησης, που εκφωνείται από τον ιερέα στο πλαίσιο της Θείας Λειτουργίας, ζητείται το Άγιο Πνεύμα να έρχεται όχι μόνο πάνω από την προσφορά άρτου και οίνου που θα μεταβάλλονται στο Σώμα και το Αίμα του Σωτήρα Χριστού, αλλά και πάνω σε μας, για να αγιαζόμαστε και να μπορούμε να συμμετέχουμε σ’αυτή την άγια θυσία: «Στείλε το Άγιο Πνεύμα Σου επάνω από μας και επάνω από αυτά τα Δώρα που είναι μπροστά»[69]. Επομένως, με την προσφορά άρτου και οίνου, οι χριστιανοί παρουσιάζουν μπροστά στον θεό την θυσία της δουλειάς τους, και η μεταβολή αυτών σε Σώμα και Αίμα του Σωτήρα Ιησού Χριστού, εκτός από την πραγματική παρουσία του Υιού του Θεού στα δώρα και στην εκκλησιαστική κοινωνία, ή την ζωντανή πραγματικότητα και αιώνια δύναμη της Θυσίας του Χριστού που διαδίδεται στην Εκκλησία διαμέσου της Ευχαριστίας, ανοίγεται στους πιστούς η προοπτική να κοινωνούν, δια του Αγίου Πνεύματος, από τα Πάσχα του Χριστού, να εσωτερικεύουν τη ζωή του Χριστού και να προσφέρονται στον Πατέρα[70]. Με την Ευχαριστία εμείς δεν παρουσιαζόμαστε μπροστά στον Θεό σε προσωπικό τρόπο και ούτε στερημένοι από τον Χριστό. Κανείς δεν μπορεί να πραγματοποιεί την ευχαριστιακή θυσία μόνο για τον εαυτό του, διότι ούτε ο Χριστός δεν έφερε θυσία διαφορετική για τον καθένα. Αυτός εχθές και σήμερα και στους αιώνες ο Ίδιος για όλους, και όταν θέλουμε να ενωθούμε με Αυτόν, να εκδηλώσουμε την Θυσία προς Αυτόν ή να δείξουμε ότι εργάζεται μέσα μας, πρέπει πρώτα να πραγματοποιήσουμε μια ζωντανή κοινωνία, στην ειλικρίνεια της αγάπης με όλους τους συνανθρώπου μας. «Έτσι, με το γεγονός ότι ο Χριστός μας παίρνει και εμάς για να μας προσφέρει, διαμέσου της θυσία μας μαζί Του, θυσία προς τον Πατέρα, παράγεται μια στενή ένωση μεταξύ της Θυσία Του και της θυσίας μας, που σημαίνει ότι η θυσία μας είναι μέρος της θυσίας Του, και η θυσία Του μέρος της θυσίας μας, ή εμείς είμαστε μέσα Του και Αυτός μέσα μας»[71].

Ενδυναμωμένοι με την Χάρη των Αγίων Μυστηρίων και ενωμένοι με τον Χριστό διαμέσου της Ευχαριστίας, οι χριστιανοί συνεχίζουν να εκδηλώσουν την αγάπη προς τον Θεό με την διάπραξη των αρετών. Η άσκηση, ως συνεχή μάχη εναντίον του αυτονομισμού, του εγωισμού και της αλαζονείας, πνευματοποιεί την ανθρώπινη ύπαρξη και της προσφέρει την αξιοπρέπεια να κυριεύει τον εαυτό της. Το πρόσωπο που άσκησε το θέλημα με νηστεία, προσευχή, ελεοσήνη, καλλιέργεια της ταπείνωσης και άλλα, ανακαλύπτει στα βάθη του νέες ικανότητες συσχετισμού με τον Θεό. Η ψυχή και το σώμα ζουν μαζί επιθυμίες και συναισθήματα, χωρίς να εναντιώνεται μια στο αξίωμα που αντιπροσωπεύει το άλλο. Παρόλο που στο πρώτο βλέμμα αυτή η μάχη παραίτησης και κοψίματος του θελήματος εμφανίζεται σαν έναν περιορισμό της ελευθερία του ανθρώπου, αν αναλύεται το περιεχόμενο και τα αποτελέσματά της, η χριστιανική άσκηση αποτελεί «την μάχη του ανθρώπου με την ίδια του φύση, με τον θάνατο που ανακατώνεται με την φύση»[72], πραγματοποιώντας την άνοιξη προς την αληθινή ελευθερία που βρίσκεται μόνο στον Θεό. Ο κόπος που εμείς κάνουμε στη διάρκεια της πνευματικής μάχης δεν μπορεί να ονομάζεται βάσανο και ούτε αυτομαστίγωση, επειδή όλες αυτές οι πράξεις παρουσιάζονται σαν κάποια σκαλοπάτια με την βοήθεια των οποίων η θυσία της ζωής μας ανεβαίνει στον θεό, ενώ όταν τις εκπληρώνουμε δεν είμαστε καταδικασμένοι και ούτε εγκαταλειμμένοι κάτω από το φορτίο της υποχρέωσής τους. Ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και λάβει τον δώρο που κάθε πρόσωπο μπορεί να το φέρνει: ένας περισσότερο, ο άλλος λιγότερο, και το χρυσό, το λιβάνι και σμύρνη των μάγων (Ματθαίος 2, 11), αλλά και τα δυο λεπτά της χείρας (Μάρκος 12, 42-44)[73].

Πρέπει να επισημαίνεται ότι το μεγαλείο της θυσίας μας δεν αποτελείται από τις προσωπικές αξίες που προσπαθούμε να αποδίδουμε στον εαυτό μας, αλλά από την ειλικρίνεια και τη διάθεση με την οποία ανοίγουμε στο έργο του Θεού. Αν ήταν να εκπληρώσουμε μόνη μας αυτή την θυσία, θα σήμαινε να μην παρουσιαζόμαστε με τίποτα μπροστά στον Θεό, γιατί χωρίς την βοήθειά Του δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Αλλά Αυτός έρχεται στην βοήθεια «της αδυναμίας μας» (Ρωμαίους 8, 26) και μας αξιώνει την χαρά των καρπών. Στην αρχή λιγότερα, αλλά προσπαθώντας και χωρίς να διαχωριστούμε από την βοήθεια που μας δίνεται, μπορούμε να φθάσουμε να παρουσιαζόμαστε με καθαρές θυσίες. Γι’αυτό ο Άγιος Μάρκος ο Ασκητής τονίζει ότι πρέπει να προσφέρουμε ως θυσία στον Χριστό κάθε σκέψη που εμφανίζεται στο μυαλό μας, στην ίδια στιγμή στην οποία γεννιέται[74]. Μόνο αν προσφερόμαστε στον Θεό με ό,τι έχουμε ο καθένας, με την σκέψη, με το μυαλό, με την ψυχή, με το σώμα, με την οικογένεια, μα τα αγαθά κ.λ. μπορούμε να δείξουμε πως ζούμε όπως ο Χριστός και Τον ακολουθούμε.

Επομένως στους σημερινούς καιρούς, όταν βάσανα και θλίψεις πάρα πολλά και πολύ ποικίλα όπως είναι οι στερήσεις και η πτώχεια, οι αρρώστιες και η μοναξιά, η αδικία, τα πάθη και η βιαιότητα και πολλές άλλες, προσπαθούν να σκεπάζουν με τα απαίσια φτερά τους όλο και περισσότερους συνανθρώπους, είναι πολύ αναγκαία έναν επάνοδο και έναν ειλικρινής ξαναπροσανατολισμό της ύπαρξής μας προς τον Θεό. Ο άνθρωπος που είναι μόνος δεν μπορεί να ξεπεράσει τον τοίχο των απελπισιών τον οποίο οι θλίψεις και οι δυσκολίες βάλλουν μπροστά του και έτσι κτυπιέται συνέχεια από την παραίτηση και την υποχώρηση. Σ’αυτές τις συνθήκες ο πόνος και η θλίψη μεγαλώνουν τις διαστάσεις τους και το έργο και οι αρνητικοί καρποί της ανθρώπινης ψυχής φτάνουν κάποιες φορές ακόμα και στον τρόμο και απελπισία. Ο ατομικισμός και ο αυτονομισμός δεν κάνουν παρά να μας εισάγει στην απομόνωση του προσωπικού τραγισμού. Αλλά διαμέσου του Χριστού και από τον Χριστό παίρνουμε και εμείς τη δύναμη και την ικανότητα να νικήσουμε όλες τις απογοητεύσεις που μας φέρνουν μπροστά. Αυτός δεν ήταν ένα θύμα μπροστά στον θάνατο, στις θλίψεις και των εξευτελισμών που έλαβε, αλλά ένας νικητής, ο Μόνος αληθινός νικητής (και) της ζωής. Δέχεται τον θάνατο ελεύθερα: «Εγώ τίθημι την ψυχή μου, ίνα πάλιν λάβω αυτήν. Ουδείς αιρει αυτήν απ’εμου, αλλ’εγώ τίθημι αυτήν αυ’εμαυτου. Εξουσίαν έχω θειναι αυτήν, και εξουσίαν έχω πάλιν λαβειν λαβειν αυτήν» (Ιωάννης 10, 17-18), για να μην είναι πια κανέναν άνθρωπο δούλο του, αλλά μέσα σε όλους να ξυπνήσει την επιθυμία να προσφέρονται ελεύθερα μπροστά στον Θεό.

Πρέπει να τονίζουμε ότι «η θυσία του Χριστού δεν περιορίζεται σε ένα απλό παράδειγμα κοινωνικής συμπεριφοράς, αλλά ξεχωρίζεται με την απόλυτη ανωτερότητα και την τέλεια δύναμη η οποία την εκτυπώνει ο Υιός του Θεού»[75]. Έπειτα από την ένωση με τον Χριστό γεννιέται και μέσα μας την εκδήλωση της αγάπης Του προς τον κόσμο. Διαμέσου μου ο Χριστός αγαπάει τον συνάνθρωπό μου και εκείνος παίρνει την αγάπη μου που έχει την πηγή στον Χριστό. Με αυτήν την αγάπη και με τη δύναμη του Χριστού φτάνουμε ο καθένας μας, σε έναν βαθμό μεγαλύτερο ή μικρότερο, να προσφερόμαστε ως ζωντανές θυσίες. Αλλά όπως η Θυσία του Χριστού δεν διαχωρίστηκε από την Ανάσταση, έτσι ούτε η θυσία μας δεν παραμένει ξένη από την ζωή που Εκείνος μας προσφέρει. Και να μην ξεχάσουμε το γεγονός ότι χωρίς την θυσία του Χριστού, ειδικά την ευχαριστιακή, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ακριβώς γι’αυτό πρέπει να εκπληρώνεται και να κοινωνείται.

 

 

 

Abstract – Our Eucharistic Saviour Jesus Christ- Yesterday, Today and Forever the Same‏

 

 

In this study I wanted to present the role, the place and also the value and the topical interest of Our Lord’ s sacrifice- started together with His birth in the manger of Bethlehem and ended with His ordeal, sufference and death on the cross. But what I wanted to point out the most is the strong connection between Jesus’ sacrifice on the cross and the Eucharistic one- the latter being regarded as a success and a climax over time and space because Jesus Christ- the Redeemer- is sacrificed  and sacrifices Himself, every time during the Holy Liturgy, the target coinciding with His sacrifice on the cross i.e. our redemption from the degenerate state which we live in, controlled by sins, death and darkness, but also the restoration of the communion between people and God.

This is why I emphasized that Jesus’ sacrifice on Golgotha moved till the end of times on the Golgotha that lies in our Holy Churches- The Holy Table of the Altar where Christ is sacrificed and sacrifices Himself, The Holy Bread and Wine change or consecrate into The Holy Gifts- The Holy Body and The Holy Blood of Our Saviour Jesus Christ.

Another thing that is worth mentioning here is the importance of a mutual relation that should exist between Our Lord’s Sacrifice and our personal one- the one we should bring in order to realize the communion between us and Christ, but in the same time we should regard it as respects( veneration and gratitude) to The Holy Trinity.

As a conclusion, we have to keep very clear in mind that Jesus Christ’s Sacrifice cannot be reduced to a mere example of social behaviour, but on the contrary it can be distinguished through the absolute superiority and the consummated power which The Son of God brings along. As a result of our union with Christ, the manifestation of His love towards people is conceived in us. Through me, Jesus loves my fellow and my fellow receives my love which has its source in Jesus Christ. By this love and by the power of Christ, more or less, each of us comes to abnegation as living sacrifices. But as well as Christ’s Sacrifice was not separated by His Resurrection, in the same way our sacrifice cannot be separated by the life He offers us. Let us not forget that without Jesus Christ’s Sacrifice, especially the Eucharistic one, we can do nothing. This is exactly why this sacrifice must be carried out and shared.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Dr. Stelian Gomboş – Bucureşti – România                                

                 

                                                             

 

  

                                                                                            

 

 

[1] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Teologia Dogmatică Ortodoxă (Η Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία) τομ. Γ’, δεύτερη έκδοση, Έκδοση IBMBOR, Bucureşti, 1997,  σελ. 64.

[2] Idem, Chipul nemuritor al lui Dumnezeu (Η αθάνατη εικόνα του Θεού), Έκδοση τησ Μητροπόλεως της Oltenia, Craiova, 1987, σελ. 240; Părintele Galeriu, Jertfă şi răscumpărare (Θυσία και εξαγόραση), Έκδοση Harisma, Bucureşti, 1991, σελ. 50.

[3] Idem, Teologia Dogmatică Ortodoxă (Η Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία), τομ. 2, δεύτερη έκδοση, Έκδοση IBMBOR, Bucureşti, 1997,  σελ. 203.

[4] Να βλέπεται τις διαφορετικές φιλοσοφικό-θρησκευτικές θεωρίες που προσπαθούν να καταστρέφουν την ενότητα του ανθρώπινου προσώπου, το οποίο περιορίζουν μόνο σε ένα οντολογικό στοιχείο, σε βάρος του άλλου.

[5] Cuviosul Siluan Athonitul, Între iadul deznădejdii şi iadul smereniei (Ανάμεσα στον Άδη της απελπισίας και τον Παράδεισο της ταπείνωσης), Τρίτη έκδοση, μεταφρ. Diac. I. Ică jr., Έκδοση Deisis, 2000, Sibiu, σελ. 191.

 

[6] Να βλέπεται την πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη, με τον τίτλο «Η επικαιρότητα της θυσίας του Σωτήρα Χριστό», γραμμένο από τον Drd. Nicolae Răzvan Stan και εκτυπωμένο στο περιοδικό „Altarul Banatului” Έτος XV (LIV), νέα σειρά, αρ. 10-12, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004, σελ. 55-69.

[7] Sfântul Ioan Gură de Aur, Omilii la Facere (I) (Ομιλίες στη Γέννηση), XVIII, 5, στα Συγγράματα, πρώτο μέρος, PSB 21, μεταφρ. Pr. Dumitru Fecioru, Έκδοση IBMBOR, Bucureşti, 1987, σελ. 216.

[8] Idem, XXIV Omilie despre Epistola I către Corinteni (Ομιλία περί της ΑΕπιστολής προς Κορίνθιους), X, 17, apud Pr. Dr. Petre Vintilescu  „Sacrificiul religios ca principiu al Liturghiei” (Η θρησκευτική θυσία ως αρχή της Λειτουργίας), Bucureşti, 1927, σελ. 44.

[9] Pr. Dr. Petre Vintilescu, το ίδιο έργο, σελ. 38.

 

[10] Alexis van der Mensbrugge, episcop de Meudon, Teologia Jertfei Euharistice în lumina Sfintei Scripturi şi a Sfinţilor Părinţi (Η θεολογία της Ευχαριστιακής Θυσίας στο φως της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων), μεταφρ. Paraschiv V. Ion, στο περιοδικό „Mitropolia Olteniei”, αρ. 7-8/1968, σελ. 575.

[11] Pr. Dumitru Soare, Ideea de sacrificiu în religiile monoteiste (Η ιδέα της θυσίας στις μονοθεϊκές θρησκείες), στο περιοδικό „Studii Teologice”, αρ. 1-2/1959, σελ. 38.

[12]. V. Jankelevitch, Le pur et L’impur, Flammarion, Paris, 1960, σελ. 268.

[13] Sfântul Iustin Mucenicul şi Filozoful, η δεύτερη Απολογία, V, μεταφρ. Pr. Prof. Olimp Căciulă, στο τομ. Apologeţi de limbă greacă (Απολογέτοι ελληνικής γλώσσας), PSB 2, Έκδοση IBMBOR, 1980, σελ. 81.

[14] Κάποιοι έφτασαν σε τόσο απιστία και τρέλα, ώστε σφάζουν και προσφέρουν ακόμα και τους ανθρώπους ως θυσία στους ψεύτικους θεούς τους, που έχουν ανθρώπινες μορφές και πρόσωπα. Δούλοι των διάβολων, αυτοί δεν βλέπουν πως τα σφαγμένα θύματα είναι αρχέτυπα των θεών που οι ίδιοι δημιούργησαν και προσκύνησαν, στους οποίους προσφέρουν ως θυσίες ανθρώπους. Διότι θυσιάζουν τα έμψυχα στα άψυχα και προσφέρουν τα λογικά στα άλογα. Οι Σκίτες προσφέρουν… ως θυσίες εκείνους που σώθηκαν από τα ναυάγια και όλους τους έλληνες που πιάνουν, εκδηλώνοντας την απιστία εναντίον των ανθρώπων τις ίδιας φύσης και δείχνοντας έτσι την αγριότητα των θεών τους… Διότι και οι αιγύπτιοι προσφερόταν κάποτε στην Χέρα τέτοιες αιματηρές θυσίες, ενώ οι fenicienii και οι κρητικοί εξημέρωναν τον Χρόνο με τις θυσίες των παιδιών τους. Οι παλιοί ρωμαίοι τιμούσαν τον Jupiter, ονομαζόμενο Latiar, με ανθρώπινες θυσίες…» (Ο Αθανάσιος ο Μέγας, «Λόγος κατά των ελλήνων», 25, στα συγγράμματα, μέρος Α’, ΕΠΣ 15, μεταφ. ιερέας καθ. Dumitru Stăniloaie, Εκδ. IBMBOR, Bucureşti, 1987, σελ. 57-58).

[15] Diac. Prof. Dr. Emilian Vasilescu, Istoria Religiilor (Η ιστορία των Θρησκείων), Τρίτη έκδοση, Έκδοση Didactică şi Pedagocică, R.A., Bucureşti, 1998, σελ. 56-57.

[16] Ibidem, σελ. 60.

[17] Ibidem, σελ. 107.

[18] “Αυτός (ο άνθρωπος των θρησκειών) έμεινε πιασμένος στις δυνάμεις της φύσης, στο κοσμικό πνεύμα, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει το απόλυτο πνεύμα, που είναι πιο πάνω από τον κόσμο. Βρισκόμενος σ’αυτή την κατάσταση αυτός θεωρεί τις δυνάμεις της φύσης σαν αναθυμιάσεις της θεότητας και κάνει θεούς, που είναι πραγματικές δυνάμεις, δαιμόνια, και όχι μόνο αποκυήματα της φαντασίας και του μυαλού του. Με την φύση αυτών των θεών του παγανισμού ανταποκρίνεται και η λατρεία τους, την οποία οι διάφοροι λαοί του παλιού κόσμου τελειοποίησε σύμφωνα με τον πρόοδο της διανοητικής τους ανάπτυξη. Αλλά, επειδή οι ιδιότητες και η ουσία της θεότητας ενωνόταν πανθεϊσμικά με τις δυνάμεις και την ουσία τις ίδιας τις φύσης, και ο Θεός ο αιώνιος έμεινε άγνωστος για την θρησκευτική συνείδηση του παγανισμού, γι’αυτό και οι μορφές της λατρείας στις παγανιστικές θρησκείες πήραν έναν χαρακτήρα εντελώς κοσμικό, λαϊκό. Ο θεοί αντιπροσωπευόταν από αντικείμενα της φύσης, από μορφές ανθρώπων και ζώων, ή ακόμα και από ζωντανά υποδείγματα από το ζωικό βασίλειο» (B. Mangâru, „Cultul mozaic faţă de cultele păgâne ale antichităţii (Η μωσαϊκή λατρεία σε σύγκριση με τις παγανιστικές λατρείες της αρχαιότητας), στο περιοδικό της «Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας», αρ. 1/1913, σελ. 38).

[19] Pr. Prof. Dumitru Stăniloae, Legătura dintre Euharistie şi iubirea creştină (Η σχέση μεταξύ της Ευχαριστίας και της χριστιανική αγάπη), στο περιοδικό „Studii Teologice” αρ. 1-2/1965, σελ. 8-9.

[20] Idem, Iisus Hristos sau restaurarea omului (Ο Ιησούς Χριστός ή η παλινόρθωση του ανθρώπου), δεύτερη έκδοση, Έκδοση Omniscop, Craiova, 1993, σελ. 244-245.

[21] Ibidem, σελ. 254.

[22] Cuvântarea depre patima Domnului (Η ομιλία περί του παθήματος του Κυρίου), VII, apud Pr. Dr. Petre Vintilescu, το ίδιο έργο, σελ. 45.

[23] Georges Gusdorf, L’experience humaine du sacrifice, Paris, 1948, σελ. 105.

[24] Diac. Prof. Dr. Emilian Vasilescu, το ίδιο έργο, σελ. 406.

 

[25] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Teologia Dogmatică Ortodoxă (Η Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία), τομ. 3, δεύτερη έκδοση, Bucureşti, 1997. σελ. 71-72.

[26] Sfântul Maxim Mărturisitorul, „Răspunsuri către Talassie” (Απαντήσεις προς τον Θαλάσσιο), 21, στη Φιλοκαλία 3, μεταφρ. καθ. Dumitru Stăniloaie, Εκδ. Humanitas, Bucureşti, 1999, σελ. 80. Στην προσευχή από το τέλος της Κάθησμας 19 λέγεται: «Εσύ, που με τα πάθη Σου γιάτρεψες τα πάθη μου και με τις πληγές Σου θεράπευσες τις πληγές μου, δώσε μου δάκρυα ταπείνωσης εμένα, του αμαρτωλού» (Το Ψαλτήρι, Εκδ. της Μητροπόλεως του Ardeal, Crişana şi Maramureş, Sibiu, 1991, σελ. 259).

[27] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, το ίδιο έργο, τομ. Γ’, σελ. 82.

[28] Liturghier (Λειτουργικό), Bucureşti, 1974, 416 σελ. 75.

[29] Ibidem, σελ. 18. (Rugăciunea punerii înainte).

[30] Ibidem, σελ. 122-125.

[31] Ceaslov (Ευχολόγιο), τρίτη έκδοση, Έκδόση IBMBOR, Bucureşti, 1979, σελ. 647.

[32] Pr. Prof. Nicolae C. Buzescu, Lucrarea Duhului Sfânt în Sfintele Taine (Το έργο του Αγίου Πνεύματος στα Ιερά Μυστήρια), στο περιοδικό „Ortodoxia” XXXI, αρ. 3-4/1979, σελ. 577-578.

[33] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, το ίδιο έργο, τομ. Γ’, σελ. 57-58.

[34] Είπαμε «το θεϊκό-ανθρώπινο έργο για να δείξουμε ότι το θεϊκό έργο συνεργάζεται με το ανθρώπινο έργο στο Πρόσωπο του Υιού του Θεού: «Το ανθρώπινο έργο δεν έχει ένα ειδικό αποτέλεσμα. Αυτή τιμάται και υψώνεται στο κορύφωμα επειδή ο Λόγος του Θεού το κάνει δικό Του έργο. Η ανθρώπινη φύση δημιουργήθηκε έτσι από τον Θεό Λόγο, ώστε το έργο της να μπορεί να είναι το έργο Του. Όχι «ως άνθρωπος» ξεχωριστός εργάζεται και πάθει ο Χριστός τα ανθρώπινα, αλλά ο Ίδιος ο Υιός του Θεού κατεβαίνει στην ιδιότητα του Υποκείμενού τους. Έτσι το ανθρώπινο δεν θα βρισκόταν σωτηρία. Αλλά ο Υιός του Θεού παραμένει ταυτόχρονα και υποκείμενο των θεϊκών. Αυτός τα ενώνει χωρίς να τα συγχύσει. Αυτός ζει τα ανθρώπινα διαπερασμένα από τα θεϊκά. Ο Ίδιος ο Υιός του Θεού υπομένει «ως ένας άνθρωπος» τα πάθη του σταυρού, αλλά το υπομένει με θεϊκή δύναμη, λοιπόν σε καθαρό τρόπο, χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό. Υπομένει τις ταπεινώσεις ως άνθρωπος, αλλά με θεϊκή καθαρότητα που συγχωρεί τέλεια. Απλώνει το χέρι προς τα μάτια των τυφλών, νιώθοντας την κίνησή του ως ένας άνθρωπος, και νιώθοντας και αυτοί ως ενός ανθρώπου, αλλά κοινωνεί διαμέσου αυτής την θεϊκή δύναμη. Είναι αδύνατος και δυνατός στην ίδια στιγμή, χωρίς η αδυναμία του να μικραίνει την δύναμη και ούτε η δύναμη να μικραίνει την αδυναμία (Ι. Καθ. Dumitru Stăniloaie, υποσημείωση 637, στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, Συγγράμματα, Β’μέρος, ΕΠΣ 81, Εκδ. ΙBMBOR, Bucureşti, 1990, σελ. 300).

[35] Pr. Dr. Petre Vintilescu, το ίδιο έργο, σελ. 44-45.

[36] Sfântul Ioan Damaschin, Dogmatica (Η Δογματική), III, μεταφρ. D. Fecioru, Bucureşti, 1938, σελ. 217-218.

[37] Sfântul Ioan Casian, Convorbiri duhovniceşti (Πνευματικές συζητήσεις), V, 6, 1-2, în Scrieri alese (Εκλεγμένα Συγγράμματα), PSB 57, μεταφρ. Prof. Vasile Cojocaru şi Prof. David Popescu, Έκδοση IBMBOR, Bucureşti, 1990, σελ. 380.

[38] Pr. Dr. Vasile Citirigă, Antropologia hristologică în teologia ortodoxă (Η χριστολογική ανθρωπολογία στην ορθόδοξη θεολογία), τομ. Α’, Έκδοση Ex Ponto, Constanţa, 2003, σελ. 229.

[39] Origen, Omilii la cartea Ieşirii, II (Ομιλίες στο βιβλίο της Εξόδου), în Scrieri Alese (Εκλεγμένα Συγγράμματα), πρώτη έκδοση, PSB 6, μεταφρ. Pr. Prof. Teodor Bodogae, Pr. Prof. Nicolae Neaga şi Zorica Laţcu, Έκδοση IBMBOR, Bucureşti, 1981, σελ. 67.

[40] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Chipul nemuritor al lui Dumnezeu (Η αθάνατη εικόνα του Θεού), Έκδοση την Μητροπόλεως Olteniei, Craiova, 1987, σελ. 326.

[41] Sfântul Maxim Mărturisitorul, Răspunsuri către Talasie (Απαντήσεις προς τον Θαλάσσιε, 61, Φιλοκαλία Γ’, μεταφρ. Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Έκδοση Humanitas, Bucureşti 1999, σελ. 313.

[42] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Teologia Dogmatică Ortodoxă (Η Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία)…, σελ. 73-74.

[43] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Iisus Hristos sau restaurarea omului (Ο Ιησούς Χριστός ή η παλινόρθωση του ανθρώπου), σελ. 268-269.

[44] Ibidem, σελ. 271.

[45] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Teologia Dogmatică Ortodoxă (Η Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία, τομ. Β’, δεύτερη έκδοση, Έκδοση IBMBOR, Bucureşti, 1997, σελ. 88.

[46] Ibidem, σελ. 89.

[47] Idem, Chipul nemuritor al lui Dumnezeu (Η αθάνατη εικόνα του Θεού), σελ. 187.

[48] Paul Evdokimov, Femeia şi mântuirea lumii (Η γυναίκα και η σωτηρία του κόσμου), μεταφρ. Gabriela Moldoveanu, Έκδοση Christiana, Bucureşti, 1995, σελ. 261.

[49] «Παρόλο που πέθανε σαν άνθρωπος, και παρόλο που η Άγια Ψυχή Του χωρίστηκε από το πανκάθαρο σώμα Του, η θεότητα δεν χώρισε από αυτά τα δύο, δηλαδή την ψυχή και το σώμα, και έτσι ούτε η μοναδική Υπόσταση δεν χωρίστηκε από τις δυο υποστάσεις. Διότι το σώμα και η ψυχή είχαν από την αρχή, ταυτόχρονα, την ύπαρξη στην Υπόσταση του Λόγου, και παρόλο που στην διάρκεια του θανάτου η ψυχή χωρίστηκε από το σώμα, ο καθένας παρέμεινε, έχοντας την ύπαρξη στην μοναδική Υπόσταση του Λόγου. Έτσι, η μοναδική Υπόσταση του Λόγου ήταν και η Υπόσταση του Λόγου και της ψυχής και του σώματος. Ποτέ, ούτε η ψυχή, ούτε το σώμα δεν είχαν μια προσωπική υπόσταση, άλλο από την υπόσταση του Λόγου. Η Υπόσταση του Λόγου ήταν πάντα μια και ποτέ δυο. Επομένως, η Υπόσταση του Χριστού είναι πάντα μια. Παρόλο που ο χώρος της ψυχής χωρίστηκε από το σώμα, υποστατικά ήταν ενωμένος διαμέσου του Λόγου» (Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, το ίδιο έργο, ΙΙΙ, σελ. 228-229)

[50] PS Prof. Dr. Irineu Slătineanul, Iisus Hristos sau Logosul înomenit (Ο Ιησούς Χριστός ή ο ενανθρωπισμένος Λόγος), Έκδοση România creştină, Bucureşti, 1998, σελ. 96.

[51] Sfântul Grigorie de Nyssa, Marele cuvânt catehetic sau despre învăţământul religios (Ο μεγάλος κατηχητικός λόγός ή περί  της θρησκευτικής εκπαίδευση), 24, στα Scrieri (Συγγράμματα), δεύτερο μέρος, PSB 30, μεταφρ. Pr.Prof. Dr. Teodor Bodogae, Έκδοση IBMBOR, Bucureşti, 1998, σελ. 321; Sfântul Maxim Mărturisitorul, Răspunsuri către Talasie (Απαντήσεις προς τον Θαλάσσιε, 64, σελ. 368; Sfântul Ioan Damaschin, το ίδιο έργο, II, 27, σελ. 228.

[52] Sfântul Grigorie de Nyssa, το ίδιο έργο, σελ. 357-358.

[53] Pr. Prof. dr. Dumitru Stăniloae, Iisus Hristos sau restaurarea omului… (Ο Ιησούς Χριστός ή η παλινόρθωση του ανθρώπου), σελ. 317-319.

[54] Idem, Chipul nemuritor al Lui Dumnezeu (Η αθάνατη εικόνα του Θεού), σελ. 357-358.

[55] Sfântul Chiril al Ierusalimului, Cateheze (Κατηχήσεις), XII, 17, μεταφρ. Pr. Prof. Dumitru Fecioru, Έκδοση IBMBOR, Bucureşti, 2003, σελ. 201-202.

 

[56] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Teologia Dogmatică Ortodoxă… (Η Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία), σελ. 297-299.

[57] Sfântul Grigorie de Nyssa, το ίδιο έργο, 32, σελ. 330.

[58] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Chipul nemuritor al lui Dumnezeu (Η αθάνατη εικόνα του Θεού), σελ. 357.

[59] Sfântul Chiril al Alexandriei, Despre Sfânta Treime (Περί της Αγίας Τριάδας), VI, στα Scrieri (Συγγράμματα), τρίτο μέρος, PSB 40, μεταφρ. Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Έκδοση IBMBOR, Bucureşti, 1994, σελ. 240-242.

[60] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, το ίδιο έργο, σελ. 342.

[61] Idem, Teologia Dogmatică Ortodoxă (Η Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία), Β’τόμ., σελ. 98.

[62] Αυτός δεν επαναλαμβάνει την θυσία του, γιατί η Θυσία Του είναι τέλεια. Από την άλλη μεριά, αυτή η θυσία έχει ένα αποτελεσματικότητα, ή ακόμα και μια επικαιρότητα συνεχή, διότι η ιδιότητά Του ως Αρχιερέα δεν θα μπορούσε να λειτουργεί χωρίς θυσία. Ούτε ο Ίδιος δεν προσφέρει άλλες θυσίες για μας, ούτε κανέναν άλλο, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι Αυτός ή κάποιος άλλος, μπορεί να προσφέρει μια υψηλότερη θυσία, ότι η θυσία Του δεν είναι τέλεια. Αλλά αν η θυσία Του δεν θα παρέμεινε συνεχή, θα υπήρχε κάτι υψηλότερο από την κατάσταση θυσία Του και η ιδιότητα του ως Αρχιερέα θα είναι ξεπερασμένη. Σ’αυτή την περίπτωση, η συνεχή αποτελεσματικότητα της θυσίας Του θα είχε έναν νομικό χαρακτήρα, πράγμα που δεν θα μπορούσε να μας τελειοποιήσει συνέχεια. Αλλά εμείς τελειοποιούμαστε επειδή αφομοιώνουμε και εμείς μια συνεχή κατάσταση θυσίας, ξεπερνώντας συνέχεια τον εαυτό μας. Και μια τέτοια κατάσταση δεν μπορούμε να την αφομοιώσουμε παρά από τον Χριστό, που είναι η υπέρτατη και συνεχή θυσία διαμέσου του εαυτού Του. Από την άλλη μεριά, ο Χριστός δεν θα μπορούσε να είναι έναν παθητικό αρχιερέα μόνο με το όνομα, χωρίς να έχει μια μεσολαβητική δράση» (Ίδεμ, «Η Θυσία του Χριστού και η πνευματικότητά μας διαμέσου της κοινωνίας με αυτή εν Θεία Λειτουργία», στο περιοδικό «Ορθοδοξία», αρ.1-1983, σελ. 109).

[63] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Teologia Dogmatică Ortodoxă (Η Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία), τομ. Γ’…, σελ. 77-78.

[64] Sfântul Chiril al Ierusalimului, το ίδιο έργο…, Cateheza a II-a mistagogică (Η Βμυσταγωγική κατήχηση), 5, σελ. 349.

[65] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, το ίδιο έργο., τομ.Γ’, σελ. 32.

[66] Christos Yannaras, Libertatea Moralei (Η ελευθερία της Ηθικής), μεταφρ. Mihai Cantuniari, Έκδοση Anastasia, Bucureşti, 2004, σελ. 150-151.

[67] Όλα τα Μυστήρια έχουν όχι μόνο χαρακτήρα μυστηρίου, αλλά και θυσίας. Διότι όλα εν Χριστό δίνονται για μας και μας δίνει μαζί Του στον Πατέρα, αλλά ο Ίδιος δίνεται και σ’εμάς. Στο Βάπτισμα Αυτός μας φυτρώνει μια νέα ζωή, ικανή να θυσιάζεται στον Θεό μαζί Του. Στο Χρίσμα μας δίνει τη δύναμη να προχωρήσουμε στις αρετές, οι οποίες είναι μορφές αυτοθυσίας. Η μετάνοια είναι η χάρη της συγχωρήσεως που συναντιέται με την απομάκρυνσή μας από τις εγωιστικές ηδονές. Η Ιεροσύνη είναι η αφιέρωση εκείνου που χειροτονείται στον Θεό και η δύναμη για μια ζωή στην διακονία Αυτού και της Εκκλησίας. Ο Γάμος είναι ένα δώρο της αγάπης και της αληθινής αφιέρωσης, συνδυαζόμενη με μια συγκράτηση του εγωισμού» (Καθ. Dumitru Stăniloaie, το ίδιο έργο…, σελ. 72).

[68] Ibidem, σελ. 56.

[69] Liturghier (Το Λειτουργικό)…, σελ. 153.

[70] Phillippe Ferly, Jesus notre Paque, theologie du mystere pascal, Edition de centurion, Paris, 1977, σελ. 107 apud Drd. Nicolae Răzvan Stan, Actualitatea Jertfei Mântuitorului (Η επικαιρότητα της Θυσίας του Σωτήρα), στο περιοδικό „Altarul Banatului”, έτος XV (LIV), νέα σειρά, αρ. 10-12 Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004, σελ. 68.

[71] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, το ίδιο έργο, σελ. 73.

[72] Christos Yannaras, το ίδιο έργο, σελ. 114.

[73] Ο Άγιος Κύριλλος της Ιερουσαλήμ υποστηρίζει ότι η αγάπη προς τον Θεό πρέπει να εκδηλώνεται συνέχεια. Ούτε οι θλίψεις και ούτε ο θάνατος δεν πρέπει να αλλάζει αυτή την συμπεριφορά: «Ο Θεός σταυρώθηκε, πήρες τα μαρτύρια! Έχεις μπροστά σου τον τόπο της Γολγοθάς. Εκφώνησε λόγια δόξας, γιατί βρίσκεσαι στον τόπο Του. Προσπάθησε να μην Τον αρνείσαι στον καιρό της δίωξης. Μην επαινείς με τον σταυρό μόνο στον καιρό ειρήνης, αλλά την ίδια πίστης να έχεις και στον καιρό δίωξης. Να μην είσαι στον καιρό ειρήνης φίλος του Ιησούς και στον καιρό πολέμου εχθρός! Τώρα παίρνεις την συγχώρεση των αμαρτιών και οι χάρες του πνευματικού δώρου του βασιλιά. Όταν θα έρθει ο πόλεμος, να πολεμάς με ανδρεία για τον Βασιλιά σου! Ο Ιησούς, που δεν έχει αμαρτία, σταυρώθηκε για σένα, και εσύ να μην σταυρωθείς για Εκείνος που σταυρώθηκε για σένα? Με την σταύρωσή σου δεν κάνεις κανένα δώρο στον Ιησού, διότι εσύ είσαι αυτός που έλαβες πριν την χάρη, αλλά επιστρέφεις την χάρη που πήρες, πληρώνοντας σ’Εκείνον που σταυρώθηκε για σένα στην Γολγοθά» (Ο Άγιος Κύριλλος της Ιερουσαλήμ, το ίδιο έργο, ΧΙΙΙ, 23, σελ. 206).

[74] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Rugăciunea lui Iisus şi experienţa Duhului Sfânt (Η προσευχή του Ιησού και η εμπειρία του Αγίου Πνεύματος), Β’ έκδοση, μεταφρ. Maria-Cornelia Ică jr.. Έκδοση Deisis, Sibiu, 2003, σελ. 35-36.

[75] Drd. Nicolae Răzvan Stan, το ίδιο έργο, σελ. 69.

 

Anunțuri

Lasă un răspuns

Completează mai jos detaliile tale sau dă clic pe un icon pentru a te autentifica:

Logo WordPress.com

Comentezi folosind contul tău WordPress.com. Dezautentificare / Schimbă )

Poză Twitter

Comentezi folosind contul tău Twitter. Dezautentificare / Schimbă )

Fotografie Facebook

Comentezi folosind contul tău Facebook. Dezautentificare / Schimbă )

Fotografie Google+

Comentezi folosind contul tău Google+. Dezautentificare / Schimbă )

Conectare la %s